Οι κατά φαντασίαν ασθενείς



Μεγαλύτερη αρρώστια είναι το να πιστέψη ο άνθρωπος στον λογισμό του ότι έχει κάποια αρρώστια. Ο λογισμός αυτός του δημιουργεί άγχος, τον κάνει να στενοχωριέται, να μην έχη όρεξη για φαγητό, να μην μπορή να κοιμηθή, να παίρνη φάρμακα, και τελικά αρρωσταίνει, ενώ ήταν καλά. Να είναι άρρωστος κανείς και να
κάνη θεραπεία, αυτό το καταλαβαίνω· αλλά να είναι υγιής και να νομίζη ότι είναι άρρωστος και να αρρωσταίνη στα καλά καθούμενα, αυτό είναι... Ένας λ.χ., ενώ έχει και σωματική και πνευματική δύναμη, δεν μπορεί να κάνη τίποτε, γιατί έχει πιστέψει στον λογισμό που του λέει ότι δεν είναι καλά, με αποτέλεσμα να σβήνη σωματικά και πνευματικά. Δεν είναι ότι λέει ψέματα. Αν ο άνθρωπος πιστέψη ότι κάτι έχει, πανικοβάλλεται, τσακίζεται, και δεν έχει μετά κουράγιο να κάνη τίποτε. Έτσι αχρηστεύεται χωρίς λόγο.
Έρχονται μερικοί στο Καλύβι που είναι τελείως τσακισμένοι. «Μου λέει ο λογισμός ότι έχω έιτζ», λένε και το πιστεύουν. Τους ρωτάω: «Μήπως συνέβη εκείνο, εκείνο;». «Όχι», μου λένε. «Τότε άδικα στενοχωριέσαι. Πήγαινε να κάνης μια εξέταση, για να σού φύγη ο λογισμός». «Και αν γίνη η εξέταση και βρουν ότι έχω;», λένε
μερικοί και δεν μ᾿ ακούν και βασανίζονται. Ενώ αυτοί που ακούν, κάνουν εξέταση, βλέπουν ότι δεν έχουν τίποτε καί, να δήτε, το πρόσωπό τους αλλάζει, το κουράγιο επανέρχεται. Οι άλλοι από την στενοχώρια ξαπλώνουν στο κρεββάτι και ούτε να φάνε δεν θέλουν. Εντάξει, έχεις έιτζ. Για τον Θεό δεν υπάρχει δύσκολο πρόβλημα. Αν
ζήσης πιο πνευματικά, εξομολογήσαι, κοινωνάς κ.λπ., θα βοηθηθής.
– Πώς ξεκινάει, Γέροντα, και νομίζει κάποιος ότι είναι άρρωστος;
– Σιγά-σιγά καλλιεργεί αυτόν τον λογισμό. Πολλές φορές μπορεί να υπάρχη κάποια αιτία, αλλά να μην είναι κάτι σοβαρό. Βγάζει μετά και ο λογισμός κάτι ακόμη και το μεγαλοποιεί. Όταν ήμουν στην Μονή Στομίου, ήταν ένας οικογενειάρχης στην Κόνιτσα που νόμιζε ότι είχε φυματίωση. Δεν άφηνε ούτε την γυναίκα του να πάη κοντά του. «Μήν πλησιάζης, της έλεγε, θα κολλήσης». Σε ένα ξύλο κρεμούσε η καημένη το καλάθι με το φαγητό και του το έδινε από μακριά. Η φουκαριάρα είχε λειώσει. Τα παιδιά του τα κακόμοιρα από μακριά τον έβλεπαν. Αυτός εν τω μεταξύ δεν είχε τίποτε, αλλά, επειδή ο ήλιος δεν τον έβλεπε – ήταν κλεισμένος μέσα και τυλιγμένος συνέχεια με τις κουβέρτες –, ήταν κίτρινος και πίστευε ότι έχει χτικιό. Σηκώνομαι και πάω στο σπίτι του. Μόλις με είδε, μου λέει: «Μη με πλησιάζης, καλόγερε, μην κολλήσης κι εσύ, και έρχεται κόσμος εκεί στο μοναστήρι. Έχω χτικιό». «Ποιός σού είπε, μωρέ, ότι έχεις χτικιό;», του λέω. Η γυναίκα του έφερε να με κεράση
γλυκό καρύδι. «Άνοιξε το στόμα σου, του λέω. Θα κάνης υπακοή τώρα». Το άνοιξε· δεν ήξερε τί θα κάνω. Βάζω το καρύδι μέσα στο στόμα του και το γυρνάω δυό-τρείς φορές και ύστερα το παίρνω και το τρώω. «Μή, μή, θα κολλήσης!», φώναζε. «Τί θα κολλήσω!
Τίποτε δεν έχεις, του λέω. Αν είχες χτικιό, χαμένο το είχα να το κάνω αυτό; Σήκω να βγούμε έξω». Λέω στην γυναίκα του: «Πέταξέ τα όλα, φάρμακα, κουβέρτες ...». Τον σηκώνω και βγαίνουμε έξω. Έπειτα από τρία χρόνια που ήταν κλεισμένος μέσα κοιτούσε τον κόσμο παράξενα. Ύστερα, σιγά-σιγά, πήγε και στην δουλειά του. Τί είναι ο λογισμός, όταν τον καλλιεργής!

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Γ

Σχόλια