Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος)

Τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (2016) κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ ΠΣΕ (§§ 16-21) καὶ στὴ συμβολή του στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση μὲ ἔκδηλο ἐνθουσιασμό.
1. Ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐκφράζει θετικὴ ἐκτίμηση γιὰ τὴν «θεολογικὴ προσφορὰ» τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» τοῦ ΠΣΕ καί σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία … ἐκτιμᾶ θετικῶς τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκδοθέντα θεολογικὰ κείμενα … τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀξιόλογον βῆμα εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν διὰ τὴν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν» (κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» § 21). Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὰ κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ὅμως ἐπιτρεπτὴ μία τόσο γενικόλογη προσέγγιση ἐκ μέρους τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου; Ἐπιτρέπεται ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη» Σύνοδος χωρὶς εἰδικὴ καὶ λεπτομερή μελέτη νὰ «ἐκτιμᾶ θετικῶς τά θεολογικὰ κείμενα» τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» καί τήν ἐν γένει «θεολογικὴ προσφορὰ» τοῦ ΠΣΕ, ὅταν αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ κείμενα εἶναι γεμάτα ἀπὸ προτεσταντικὲς κακοδοξίες καὶ γι’ αὐτὰ τὰ κείμενα πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν διατυπώσει κατ’ ἐπανάληψιν σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν καταγραφεῖ ἀκόμα καὶ στὰ πρακτικὰ τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικς Διασκέψεως (1986) (Γ΄ΠΠΔ)[1]; Γιατί τέτοια προχειρότητα ἀπὸ μία Σύνοδο ποὺ διεκδικεῖ νὰ κατα-ταγεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη»;

 Περιοριζόμαστε νὰ παραθέσουμε ἐλάχιστα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ πλέον σημαντικὸ κείμενο τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» μὲ τὸν τίτλο «Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ-Baptism, Eucharist and Ministry), ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζύ[2]. Σημειώνουμε μόνο ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ (ΒΕΜ) ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ «Ἐκκλησίες» ἐννοεῖ τὰ περισσότερα ἀπὸ 345 μέλη τοῦ ΠΣΕ:  

 Βάπτισμα, § 6: «Τὸ κοινόν μας βάπτισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἑνώνει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ πίστει, ἀποτελεῖ οὕτω θεμελιώδη δεσμὸν ἑνότητος ... οἱ ποικίλλοντες τρόποι τελέσεως τοῦ βαπτίσματος ὑπὸ μιᾶς ἑκάστης (Ἐκκλησίας) δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ συμμετοχὴν εἰς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα … Ἡ ἀνάγκη ὅπως ἐπανεύρωμεν τὴν ἑνότητα τοῦ βαπτίσματος εὑρίσκεται εἰς τὴν καρδίαν τῆς οἰκουμενικῆς ἐργασίας» (σ. 20-21).

Σχόλιο: δηλαδὴ τὸβάπτισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματοςτῶν Πεντηκοστιανῶν πού συμμετέχουν στὸ ΠΣΕ  «μᾶς ἑνώνει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ πίστει»!   

Βάπτισμα, § 13: «Τὸ βάπτισμα εἶναι πράξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ. Θὰ πρέπει νὰ ἀποφευχθῇ πᾶσα πρακτική, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς “ἐπαναβαπτισμός”… Ὡρισμέναι Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέμειναν ἐπὶ ἰδιαιτέρου τινὸς τύπου βαπτίσματος ἢ αἱ ὁποῖαι εἶχον σοβαρὰ προβλήματα ἐν σχέσει πρὸς τὸ κύρος τῶν μυστηρίων καὶ τῶν τύπων ἱερωσύνης ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐζήτησαν κατὰ καιροὺς ἀπὸ πρόσωπα προερχόμενα ἀπὸ ἄλλας ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις νὰ βαπτισθοῦν πρὶν ἢ καταστοῦν πλήρη μέλη τῆς κοινότητος εἰς τὴν ὁποίαν προσχωροῦν. Δεδομένου ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι φθάνουν εἰς μείζονα ἀμοιβαίαν κατανόησιν καὶ ἀποδοχὴν κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνακτήσεως στενoτέρων σχέσεων μαρτυρίας καὶ διακονίας μεταξὺ των, θὰ ἀπέχουν αὗται πάσης πρακτικῆς ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν μυστηριακὴν ἀκεραιότητα ἄλλων Ἐκκλησιῶν ἢ νὰ ἀμβλύνῃ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ» (σ. 26).
Ἐρώτηση: δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν πρέπει «νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν μυστηριακὴν ἀκεραιότητα» τῶν Πεντηκοστιανῶν; Ἢ μήπως δὲν πρέπει νὰ βαπτίζει τοὺς προσερχομένους ἀπὸ ἀκραῖες ἢ μη προτεσταντικὲς ὁμάδες ;
Βάπτισμα, § 15: «Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλονέν καὶ περισσότερον ἰκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ  βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ… Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χριστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρητὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των» (σ. 28).
Σχόλιο: Τί νὰ πεῖ κανείς! Αὐτονομεῖται πλέον τὸ «βάπτισμα» ἀπὸ τὴν ὁμολογία τῆς ἀληθοῦς πίστεως;
Εὐχαριστία § 19: «Ἐὰν μία Ἐκκλησία, οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ πιστοὶ αὐτῆς, διαμφισβητοῦν εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς βαπτισθέντας ὑπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λειτουργοὺς των τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν  εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς, ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται ὀλιγώτερον ἔκδηλος» (σ. 43).
Σχόλιο: « καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας» ποὺ τελεῖ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «καθίσταται ὀλιγώτερον ἔκδηλος», ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπουμε στοὺς Προτεστάντες τοῦ ΠΣΕ «νὰ μετέχουν  εἰς τὴν Εὐχαριστίαν νὰ προΐστανται αὐτῆς»;! Κύριε ἐλέησον! Καὶ ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος τῆς Κρήτης  «ἐκτιμᾶ θετικῶς» τὸ κείμενο αὐτὸ!
Εὐχαριστία § 21: «ἔχομεν τεθῆ ὑπὸ συνεχῆ κρίσιν… ὡς ἐκ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὰς ὁμολογιακάς ἀντιθέσεις ἀδικαιολογήτους εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ» (σ. 44).
Σχόλιο: Δέχεται Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι στὸ «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ» ἀνήκουν καὶ οἱ 300 προτεσταντικὲς ὁμάδες καὶ ὁμολογίες; καταδίκη ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς ἀρνήσεως τῶν Προτεσταντῶν τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων, τοῦ Τ. Σταυροῦ, τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ λειψάνων,  τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Παναγίας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Μυστηρίων, τοῦ κανόνος τῆς Ἁγ. Γραφῆς κλπ ἐκ μέρους τῶν Προτεσταντῶν εἶναι μήπως «ἐμμονὴ εἰς ὁμολογιακάς ἀντιθέσεις ἀδικαιολογήτους»;  
Ἱερωσύνη § 53: «Διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν μορφῶν ἱερωσύνης των, αἱ διάφοροι Ἐκκλησίαι ἔχουν νὰ διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αἱ Ἐκκλησίαι αἱ ὁποῖαι διεφύλαξαν τὴν ἐπισκοπικὴν διαδοχὴν θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ ἀποστολικὸν περιεχόμενον τῆς κεχειροτονημένης ἱερωσύνης, τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς Ἐκκλησίας αἱ ὁποῖαι δὲν διετήρησαν τὴν διαδοχὴν ταύτην»(σ.86).
Σχόλιο: Μπορεῖ λοιπόν νὰ ὑπάρξει «ἀποστολικὸν περιεχόμενον τῆς κεχειροτονημένης ἱερωσύνης», χωρὶς νὰ ὑπάρχει «ἀποστολικὴ διαδοχή»; Δηλ. οἱ πεντηκοστιανοὶ πάστορες ἔχουν κανονικὴ ἱερωσύνη, τὴν ὁποία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει;
Ἱερωσύνη § 54: «Ὁρισμέναι Ἐκκλησίαι χειροτονοῦν ἄνδρας καὶ γυναίκας, ἄλλαι χειροτονοῦν μόνον ἄνδρας. Αἱ διαφοραὶ αὗται δημιουργοῦν ἐμπόδια εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν διαφόρων μορφῶν ἱερωσύνης. Τὰ ἐμπόδια ὅμως ταῦτα δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ὡς κωλύματα ἀποφασιστικοῦ χαρακτῆρος» (σ. 86-87).
Σχόλιο: Δηλ. Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴ χειροτονία τῶν γυναικὼν χωρὶς νὰ τὴν θεωρεῖ «κώλυμα ἀποφασιστικοῦ χαρακτῆρος»;
Τελικά, εἶναι δυνατὸν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐν Πανορθοδόξ Συνόδ νὰ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» τέτοια κείμενα ἀλλότρια της ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως; Εἶναι δυνατὸν ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης νὰ ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι»  τή στιγμή πού ἀποδέχεται καὶ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» κείμενα μὲ τέτοιες καί τόσες κακοδοξίες;
2. Ἐπιπλέον δέ, προσεκτικὴ μελέτη τῶν κοινῶς ἀποδεκτῶν κειμένων τῶν τελευταίων Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ[3] καθιστ σαφὲς ὅτι οἱ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀντιλήψεις διαμορφώνουν ἀκόμα καὶ σήμερα - μετὰ τὴν δῆθεν “ἀναβάθμιση” τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων - τὸ θεολογικὸ πλαίσιο λειτουργίας τοῦ ΠΣΕ. Συνεπῶς, μὲ κανένα τρόπο δὲ μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ οὔτε ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης οὔτε ἡ τόσο ἄτονη καὶ γενικόλογη κριτικὴ στὸ ΠΣΕ ἀπὸ τὴν Σύνοδο: «Ἐν τούτοις ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καὶ τάξεως, διότι αἱ μὴ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (§ 21)! Εἶναι δυνατὸν μία Πανορθόδοξη Σύνοδος νὰ περιορίσει σὲ 32 μόνο λέξεις τὴν κριτική της στὰ ὅσα ἀπαράδεκτα, καινοφανῆ καὶ ἀνατρεπτικά τῆς εὐαγγελικῆς, πατερικῆς, δογματικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας συντελοῦνται σήμερα στὸ ΠΣΕ[4]
Περιποιεῖ τιμὴ στὴν Ἐκκλησία μας τέτοια ἀτολμία στὴ διατύπωση τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὰ ὅσα ἀνίερα λαμβάνουν χώρα στὸν ἐπίσημο φορέα τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης; Δυστυχῶς, δὲν ἐκφράζεται στὸ Κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἡ κατηγορηματικὴ διαφωνία τῆς Ἐκκλησίας μας στὰ ἐκφυλιστικὰ φαινόμενα ποὺ συναντοῦμε στὸ ΠΣΕ: «Λειτουργία τῆς Λίμα»[5], intercommunion, διαθρησκειακὲς συμ-προσευχές[6], χειροτονία γυναικῶν, περιεκτικὴ γλώσσα, ἀποδοχὴ τοῦ σοδομισμοῦ ἀπὸ πολλὲς Ὁμολογίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ κοκ, πρακτικὲς οἱ ὁποῖες εἶναι πρόσφατοι καρποὶ τῆς παλαιᾶς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς ρίζας.
3. Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀξιολογεῖ θετικὰ τὴν «Δήλωση τοῦ Τορόντο» (1950) τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν ὁποία σημειώνει «ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαὶ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένηςἩ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν’’ εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διὰ τὴν Ὀρθόδοξον συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιον» (§ 19). Ἀποσιωπᾶται ὅμως ἡ ἀναφορὰ στὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» ὅτι «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος  μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ  μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας» (Δήλωσις Toronto, §2)! Διερωτῶμαι μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ὅτι ὑπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ τοῦ ἕνας Ὀρθόδοξος νὰ εἶναι μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μέλος «τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»; ἢ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» (ὅπως ἐννοεῖται στὸ ΠΣΕ) ὑφίσταται πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς ἐκκλησίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ;
4. Ἐπιχαίρει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης διότι ἐγκρίθηκε ἡ εἰσήγηση τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συμμετοχὴ στὸ ΠΣΕ» (§ 17). Καὶ ὅμως μὲ τὴν εἰσήγηση τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» μεταξὺ ἄλλων ἐγκρίθηκαν καὶ προτάσεις γιὰ «ὁμολογιακὴ κοινὴ προσευχὴ» καὶ «διομολογιακὴ κοινὴ προσευχὴ»[7] ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετες στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ κανονικὴ τάξη καὶ ἀποβλέπουν στό νὰ προαγάγουν τὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν του μὲ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ μιλᾶμε μὲ τόσο ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὶς ἐξελίξεις στὸ ΠΣΕ;
5. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἡ ἐκτενής παράθεση τῶν ἐσφαλμένων ἐκκλησιολογικῶν ἀντιλήψεων ποὺ ἔχουν ἐνταχθεῖ στὰ ἐπίσημα κοινὰ κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ[8]. Περιοριζόμαστε μόνο σὲ ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνέλευσης στό Πόρτο Ἀλλέγκρε (2006), τήν ὁποία δυστυχῶς συνυπέγραψαν Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι μέ Προτεστάντες: «Κάθε ἐκκλησία [σσ. ὑπό τόν ὃρο «Ἐκκλησία» ἐννοοῦνται καί ὅλες οἱ προτεσταντικές ὁμάδες πού συμμετέχουν στό ΠΣΕ] εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἁπλά μέρος της. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη [ἡ καθολική Ἐκκλησία]. Κάθε ἐκκλησία πληροῖ τήν καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες ...  Ἀκόμη καί τώρα πού ἡ συμμετοχή στήν ἴδια Εὐχαριστία δέν εἶναι πάντοτε δυνατή, οἱ διηρημένες ἐκκλησίες ἐκφράζουν τήν [μεταξύ τους] ἀμοιβαία ἐκτίμησι  και ὄψεις τῆς καθολικότητος … Ὁ ἓνας  χωρίς τόν ἂλλον εἲμαστε  πτωχότεροι»[9]. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Οἰκουμενική Κίνηση καί -δυστυχῶς- καί οἱ Ὀρθόδοξοι στά πλαίσια τοῦ ΠΣΕ ἀναγνωρίσαμε, μεταξύ ἂλλων, τήν “καθολικότητα” (=πληρότητα ἀληθείας) τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων καί ἐπιπλέον διακηρύξαμε ὅτι ἡ Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ, γιατί χωρίς αὐτὲς εἴμαστε … «πτωχότεροι»! Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὴ ἡ κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βλασφημία ἑδράζεται καὶ στὸ κείμενο ΒΕΜ τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις», στὸ ὁποῖο ἀμφισβητεῖται ρητὰ ἀκόμα καὶ ἡ «καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ intercommunio: «Ἐὰν μία Ἐκκλησία, οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ πιστοὶ αὐτῆς, διαμφισβητοῦν εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς βαπτισθέντας ὑπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λειτουργοὺς των τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς, ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται ὁλιγώτερον ἔκδηλος» [10].
Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ κείμενό της παρουσιάζει μία πολὺ ὡραιοποιημένη καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐπίπλαστη καὶ ψευδῆ εἰκόνα τοῦ ΠΣΕ καὶ τῆς θεολογικῆς του “παραγωγῆς”. Ἀποκρύπτει ὅτι παρὰ τὶς προσπάθειες Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων καὶ τὶς παραχωρήσεις ποὺ ἔγιναν ἐκ μέρους τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συμμετοχὴ («Μόνιμη Ἐπιτροπὴ Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως» § 17), ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ Συμβουλίου παραμένει σαφῶς προτεσταντικὴ καί, κατὰ τὴν εὔστοχη ἐπισήμανση τοῦ Ἁγίου Ὂρους, «ὅπως λειτουργεῖ σήμερα, εἶναι ἕνας ὁμογενοποιητικὸς μηχανισμὸς ποὺ ἀμβλύνει τὸ δογματικὸ αἰσθητήριο καὶ κυοφορεῖ μία ἐπιφανειακή, ἐπικοινωνιακοῦ χαρακτῆρος, “ἑνότητα”»[11].
Δὲν παραμένουν, λοιπόν, καὶ σήμερα τραγικὰ ἐπίκαιροι οἱ παλαιότεροι προβληματισμοὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου: «Τελικὰ οἱ Ὀρθόδοξοι διερωτώμεθα: Τί προσφέρουμε παραμένοντας στὸ Π.Σ.Ε ; Τί ρόλο παίζουμε στὴ διαμόρφωση τῶν ἀποφάσεών του; Οἱ 300 προτεσταντικὲς παραφυάδες, ποὺ σήμερα μετέχουν ὡς ἰσότιμα μέλη, συνεχῶς ἀλλοιώνουν, μὲ τὶς αἱρετικὲς δοξασίες των, τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τοῦ Π.Σ.Ε. Διαρκῶς κινεῖται ἡ εἰσροὴ καὶ νέων μελῶν, οἱ γυναῖκες διεκδικοῦν ἴση συμμετοχὴ μὲ τοὺς ἄντρες σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἤδη στὴν “Λειτουργία τῆς Λίμα”, ποὺ τελέσθηκε τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς 10-2-91, ἔλαβαν μέρος καὶ δύο γυναῖκες “ἱερείς”. Ἡ θεολογία ὑποχωρεῖ καὶ ἀπωθεῖται ἀπὸ τὸν λαϊκισμό. Ὁ Χριστιανισμὸς σιγὰ-σιγὰ ἐξανθρωπίζεται καὶ πλησιάζει ἰσότιμα τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Τελικὰ τί δέον γενέσθαι[12].
Ὁ πόνος καὶ αὐτὴ ἡ κραυγὴ ἀγωνίας δὲν ὑπάρχει, δυστυχῶς, στὸ κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης γιὰ τὸ ΠΣΕ…
Συνεπῶς, μία Σύνοδος ἡ ὁποία ἀποδέχεται καὶ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» κείμενα καὶ καταστάσεις ποὺ εἶναι ἀντίθετες στὴν Ὀρθόδξη, Πατερικὴ Παράδοση μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη»;
Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται ὑπεύθυνα νὰ ἀποφανθεῖ!




[1] Ὁ Τρανσυλβανίας Ἀντώνιος (Πατριαρχεῖο Ρουμανίας) στήν Γ΄  ΠΠΔ: «Κατά τό θέρος αὐτό (1986), προεδρεύων τῆς συνελεύσεως τοῦ Τμήματος Ι΄ τοῦ ΠΣΕ, διεπίστωσα ὅτι ὑπάρχουν πολλαί ἐπιφυλάξεις διά τό κείμενον τοῦ ΒΕΜ (Βάπτισμα-Εὐχαριστία-Ἱερωσύνη) . Καί ἡμεῖς εἰσέτι, ὃτε ἠξιολογήσαμεν τό κείμενον τοῦτο ἐν Βοστώνῃ, διεπιστώσαμεν ὅτι ὑπάρχουν εἰσέτι ἀδιευκρίνιστα σημεῖα, ἰδίᾳ εἰς τόν τομέα τῆς Ἱερωσύνης»  (Συνοδικά ΙΧ,  σ. 145). Ἐπίσης ὁ Δημητριάδος (καί μετέπειτα Ἀθηνῶν) Χριστόδουλος δήλωσε: «ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου ἔχουν γίνει καί ἀρνητικαί κριτικαί τοῦ κειμένου τοῦ “ΒΕΜ”, ἡ δέ ἡμετέρα Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη νά συμμετάσχῃ εἰς τήν διαδικασίαν τήν ὁποίαν  τό ΠΣΕ ἔθεσε, δηλαδή νά γίνῃ ἀποδοχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 150).
[2] Πίστις καί Τάξις, ΠΣΕ, Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη, Αἱ ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Σαμπεζύ  1983.
[3]  Η΄ στό Χαράρε (1998) μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ ΠΣΕ»,  Θ΄ στό Porto Alegre (2006),  μέ τίτλο «Κείμενο περί ἐκκλησιολογίας: Κεκλημένοι νά γίνουμε ἡ Μία Ἐκκλησία»  καί   Ι΄ στό Bousan (2013), μέ τίτλο «Δήλωσις Ἑνότητος».
[4]  Εὔστοχα παρατήρησε ὁ Σεβ. Περιστερίου Χρυσόστομος (Ἐκκλησία Ἑλλάδος) στήν Γ΄ ΠΠΔ: «Σήμερα τά κείμενα τοῦ ΠΣΕ εἶναι καί Ὀρθόδοξα καί προτεσταντικά καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Εἶναι συγκρητιστικά κείμενα, τά ὁποῖα ἱκανοποιοῦν τούς πάντες καί δέν ἱκανοποιοῦν κανένα» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 147). Χαρακτηριστικά εἶναι ὅσα ἀναφέρει ὁ Σεβ. Κρουτίτσκης Ἰουβενάλιος (Πατρ.  Ρωσίας) γιά τό ΠΣΕ  (Συνοδικά ΙΧ, σ. 250).
[5]  Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς, ἔκδ. Θεοδρομία, 20092, σ. 105, υποσ. 176.
[6]  Στά πλαίσια τῆς «δεύτερης διαθρησκειακῆς διάσκεψης κορυφῆς» (ἄνοιξη 1970), τήν ἔναρξη τῆς ὁποίας κήρυξε ὁ Γενικός Γραμματέας τοῦ ΠΣΕ  E. C. Blake (1966-1972), ἔλαβε χώρα διαθρησκειακή συμπροσευχή στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Γενεύης μέ τή συμμετοχή «44 λειτουργῶν καί ἐκπροσώπων τῶν μεγάλων θρησκειῶν … Τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία ἐξεπροσώπησε ὁ σεβ. Αἰμιλιανός, ἐπίσκοπος Καλαβρίας, μόνιμος ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως» στό ΠΣΕ. Καί καταλήγει τό θεοσοφικό περιοδικό: «Ἦταν μία μικρή ἐκδήλωσις μέ τεράστια σημασία, πού ἤθελε νά διακηρύξῃ ὅτι, στό βάθος, ὅλες οἱ θρησκεῖες ἐπιτελοῦν ταυτόσημη ἀποστολή καί θά ἔπρεπε νά συνεργάζωνται, ἀντί νά εἶναι ἀποξενωμένες καί νά μισοῦνται, γιά δόγματα - κατασκευάσματα τῶν ἀνθρώπων» (μασωνικό-θεοσοφικό περιοδικό Ἰλισσός, 15(1970) τ. 83 σ. 376-378)!
[7]  Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς, ἔκδ. Θεοδρομία, 20092, σ. 105-108.
[8]  Βλ. ἀναλυτικότερα: Ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή, «Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὂρος, Φεβρουάριος  2007, http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php,  και   http://oodegr.co/oode/oikoymen/ypomnima_ag_orous1.htm
[9]9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 6-7, στό http://www.impantokratoros.gr/B46B3299.el.aspx.
[10] Εὐχαριστία § 19, στό  Πίστις καί Τάξις, ΠΣΕ, Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη, Αἱ ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Σαμπεζύ 1983, σ. 43.
[11] Ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή, «Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὂρος, Φεβρουάριος  2007, http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php, καί  http://oodegr.co/oode/oikoymen/ypomnima_ag_orous1.htm.  Στό κοινῶς ἀποδεκτό κείμενο μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ Π. Σ. Ε» (Towards a Common Understanding and Vision of the WCC), § 1. 4. 6, φέρεται ὡς καταπληκτική ἐπιτυχία τοῦ Π. Σ. Ε. τό γεγονός ὅτι «μία ὅλο καί πιό ἐμφανής κοινή παράδοσις, τό ὅτι συμμεριζόμαστε τίς ἴδιες ἀπόψεις στήν πίστι, τήν ζωή καί τήν μαρτυρία, ἔχει ἀρχίσει νά ἐμπλουτίζῃ τήν θεολογική σκέψι, πού ἦταν αἰχμάλωτη σέ μία σκληρή ὁμολογιακή προοπτική, καθώς οἱ ἐκκλησίες ἦλθαν πιό κοντά ἡ μία στήν ἄλλη διά του Π.Σ.Ε» (βλ. 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Towards a Common Understanding and Vision of the World Council of Churches, 1. 12.)
[12] Μητροπ. Δημητριάδος Χριστοδούλου, «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤ Λέσχη θρησκευομένων ἀνθρώπων;», στόν συλλογικό τόμο «Ἡ  Ζ ΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. Καμπέρρα, Φεβρουάριος 1991. Χρονικό - Κείμενα – Ἀξιολογή-σεις», ἔκδ. Τέρτιος  1992, σελ. 178-179.

Ὁ οἰκουμενισμὸς – τά ἀκάθαρτα Πνεύματα καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης (π. Γκοτσόπουλος Αναστάσιος)

Ἁπλοϊκὸς ἀλλὰ καίριος προβληματισμός:


Μία Σύνοδος, ἀκόμα καὶ ἂν συνεκλήθη ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη καὶ Οἰκουμενικὴ καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν συμμετεχόντων ἐπισκόπων ἀξιολογεῖται τελεσίδικα ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ κυρίως σέ ἀναφορά μέ τίς ἀποφάσεις της. Τὸ ἴδιο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἰσχύσει καὶ γιὰ τὴν ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη» καὶ Πανορθόδοξο συγκληθεῖσα Σύνοδο τῆς Κρήτης.
Ἀσφαλῶς, δέν εἴμαστε ἐμεῖς ἁρμόδιοι, οὔτε εἶναι τοῦ παρόντος ἡ ἀξιολόγηση τῆς Συνόδου.  Θέτουμε ὅμως ἕναν ἁπλοϊκὸ ἀλλὰ καίριο προβληματισμό:
Γιά πρώτη φορά σέ ἐπίσημο συνοδικό κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτιμᾶται θετικά ἡ Οἰκουμενική Κίνηση, καὶ ἡ Σύνοδος ἐπιχαίρει καὶ ἐγκρίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν σὲ αὐτή!  Μὲ ἰδιαίτερα  θετικὰ λόγια ἡ Σύνοδος ἀναφέρεται στὸν ἐπίσημο φορέα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) [βλ. κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο», κυρίως τίς  §§16-21]!
Ὅμως:
Ὁ πέραν πάσης ἀμφισβητήσεως πνευματοφόρος καί χαριτωμένος Γέροντας   π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτης ἔχει ἀποκαλύψει ὅτι κατόπιν θερμῆς του προσευχῆς ὁ Θεός τοῦ φανέρωσε ὅτι «ὁ οἰκουμενισμός ἔχει πνεῦμα πονηρίας καί κυριαρχεῖται ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα»[1]!  «”Μία δυσωδία μὲ γεύση ξυνή, ἁλμυρή, πικρή… Νά! Αὐτὸ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα”, ἔλεγε μὲ ἀποτροποιασμό»[2]! Τονίζουμε ἰδιαίτερα ὅτι ὁ Γέροντας δὲν εἶπε ὅτι εἶναι δική του ἐκτίμηση, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸ τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Θεὸς κατόπιν θερμῆς του προσευχῆς!
 Καί αὐτή ἡ προσωπική, χαρισματική ἀποκάλυψη ἔρχεται καί συμφωνεῖ ἀπολύτως μέ τήν πεποίθηση ὅλων τῶν συγχρόνων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας (concensus patrum)  καί τῶν χαριτωμένων ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ προσώπων σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο (Ἃγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς, Ἃγ. Παΐσιος, Ἃγ. Ἰω. Μαξίμοβιτς, Ἃγ. Πορφύριος, Ἃγ. Νεομάρτυρας Ἰλαρίων (Τροΰτσκυ), Ἃγ. Νικόλαος Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς), π. Φιλόθεος Ζερβάκος, π. Σωφρόνιος Ζαχάρωφ, π. Κλεόπα (Ἰλίε),            π. Ἰωσήφ Ἡσυχαστής κοκ), οἱ ὁποῖοι γιά τόν ἴδιο αὐτό λόγο ὄχι μόνο δέν ἀναπαύονται στήν Οἰκουμενική Κίνηση, ἀλλά τήν ἔχουν ἀπορρίψει ρητά καί κατηγορηματικά ὡς ἀντίθετη καί ξένη πρός τό Ὀρθόδοξο φρόνημα.
Τό κρίσιμο λοιπόν ἐρώτημα εἶναι:
Ὅταν ἡ ζῶσα ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται αὐθεντικά ἀπό τούς συγχρόνους Ἁγίους καὶ χαριτωμένους ἀνθρώπους, ἀπορρίπτει τόν οἰκουμενισμό, πῶς εἶναι δυνατόν μία Σύνοδος νά τόν ἀποδέχεται καί νά τόν ἐπαινεῖ; Ποιά Ὀρθόδοξη, ἐκκλησιαστική, ἁγιοπνευματική ἐμπειρία ἐκφράζει αὐτή ἡ Σύνοδος; καί κατά συνέπεια: τελικά, τί Σύνοδος εἶναι αὐτή;
Ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει κατὰ θαυμαστό, χαρισματικὸ καὶ ἁγιο-πνευματικὸ τρόπο ὅτι «ὁ οἰκουμενισμός ἔχει πνεῦμα πονηρίας καί  κυριαρχεῖται ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα» καὶ ἀναδύει «δυσωδία», πῶς εἶναι δυνατόν μία Σύνοδος νά τόν ἀποδέχεται καί νά τόν ἐπαινεῖ;  
Τελικὰ, ποίου πνεύματος εἶναι ἡ Σύνοδος αὐτή;  τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας  ἢ   … ;
Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται ὑπεύθυνα νά ἀποφανθεῖ!


π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Πρωτοπρεσβύτερος






[1] Μαρτυρία καθηγητοῦ Δημ. Τσελεγγίδη, στό  “Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”. Μία Σύνοδος μέ ἔλλειμμα συνοδικότητας καί Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας», ἔκδ. «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου”», Τρίκαλα, Μάρτιος 2016, βλ. καὶ Γέροντας Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης, ἔκδ. Ι. Ἡσυχαστηρίου «Ἅγιος Ἐφραίμ», Κατουνάκια Ἁγ. Ὂρους, 2000, σ. 144.
[2] Γέροντας Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ‘Ἅγιος Ἐφραίμ», Κατουνάκια Ἁγ. Ὂρους, 2000, σ. 144. Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης «συχνὰ ἔλεγε ὅτι ὁρισμένες βαριὲς ἁμαρτίες τὶς αἰσθανόταν σὰν δυσωδία»! ὅπ.π.    

Θα προχωρήσουμε στο ουδετερόθρησκο κράτος...


ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ & ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΤΙ ΣΚΟΠΕΥΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΝ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΟΥΔΕΤΕΡΟΘΡΗΣΚΟ!!!!


Αν κάποιος μας ρωτήσει για ποιο λόγο θυμιατίζουμε, ξέρουμε να απαντήσουμε;

Οι πιστοί όταν προσευχόμαστε, μαζί με το καντηλάκι που θα ανάψουμε, θυμιατίζουμε το χώρο και τα εικονίσματα. Αν, όμως, κάποιος μας ρωτήσει για ποιο…. λόγο θυμιατίζουμε, ξέρουμε να απαντήσουμε;
Δυστυχώς αρκετοί από τους πιστούς που προσφέρουν στον Κύριο επιμελώς και με ευλάβεια θυμίαμα, όταν βρεθούν αντιμέτωποι με αυτήν την ερώτηση, δεν γνωρίζουν τι να απαντήσουν.
«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου• έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή• εισάκουσόν μου, Κύριε». Αυτή ή ωραία φράση, που είναι γνωστή σε πάρα πολύ κόσμο, είναι και μια προσευχή του Χριστιανού προς τον Θεό. Αναφέρεται όμως και στο θυμιάτισμα. Άλλα τι είναι το θυμίαμα και γιατί αναφέρεται σε αυτή την φράση ιδιαιτέρως; Έχει καμμιά σημασία;
Θυμίαμα εν πρώτοις λέγεται κάθε ευωδιαστή ύλη που όταν καίγεται βγάζει ωραία μυρωδιά. Το θυμίαμα στην αρχαία και μεταγενέστερη εποχή ήταν άλλοτε λίπος μοσχαριού από ένα ιδιαίτερο μέρος του σώματος, άλλοτε ξύλο από διάφορα δένδρα, άλλοτε πέτρα μαλακιά από διάφορα πετρώματα, άλλοτε πυκνό υγρό (ρετσίνι) που έβγαζαν από δένδρα και είχε ιδιαίτερη μυρωδιά, όπως το πεύκο, το κυπαρίσσι και άλλα ρητινώδη.
Εδώ και δυο χιλιετίες με την επικράτηση του Χριστιανισμού, ως θυμίαμα για την προσευχή στην Εκκλησία και στα σπίτια καθιερώθηκε να καίμε το λιβάνι. Το λιβάνι είναι ένα από τα τρία δώρα που προσέφεραν οι Μάγοι στον Χριστό μας. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι ήταν, άλλα και είναι, κάτι τό πολύτιμο και δυσεύρετο.
Βγαίνει από ένα δένδρο πού ονομάζεται Λίβανος ή Βοσβελία ή Καρτεριού και βρίσκεται σε Αιθιοπία, Σομαλία, Σουδάν, Όμάν, Υεμένη. Αυτό το δένδρο το χαράζουν και βγαίνει το ρετσίνι του (το λιβάνι), το όποιο αφήνουν και ξεραίνεται στο δένδρο και κατόπιν το ξύνουν, το καθαρίζουν και το αφήνουν να στεγνώσει τελείως.
Σε αυτή την μορφή φθάνει στα χέρια μας. Στην σημερινή εποχή το απλό αυτό λιβάνι με απλή κατεργασία ζυμώνεται με διάφορα αρώματα και, διατίθεται στην μορφή πλέον πού κυκλοφορεί στην αγορά.
Ο τρόπος χρήσεώς του είναι γνωστός. Χρησιμοποιείται πολύ τόσο στις Εκκλησίες, για τις Ακολουθίες και τα ‘Άγια Μυστήρια, όσο και στα σπίτια των ευσεβών Χριστιανών. Είναι για τον Χριστιανό ό,τι πιο εύκολο και όμορφο υπάρχει στην προσφορά του στον Θεό. Μαζί με το κερί και το καντήλι αποτελούν τα δώρα του προς τον Χριστό μας, όπως των τριών Μάγων.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να λείπει από το σπίτι του Χριστιανού. Με το θυμίαμα δείχνουμε την αφοσίωση και την υποταγή μας στο θεία θέλημα, αναγνωρίζοντας την δύναμη του Θεού. Τον παρακαλούμε να δεχθεί την προσευχή μας σαν ευωδία και όχι σαν την προσευχή τού Κάϊν πού τον εξόργισε. Γι’ αυτό πρέπει να θυμιάζουμε και να έχουμε όσο το δυνατόν καθαρή καρδιά και καθαρό λογισμό.
Το θυμιάτισμα στο σπίτι πρέπει να γίνεται δυο φορές, πρωί και βράδυ, ώρες προσευχής και ευχαριστίας, διότι το πρωί τον δοξάζουμε πού πέρασε η νύχτα ειρηνικά και τον παρακαλούμε να ευλογήσει και την ημέρα, ώστε να είναι και αυτή καλή και ειρηνική χωρίς τους πειρασμούς του Σατανά, ενώ το βράδυ προσευχόμενοι και πάλι τον δοξάζουμε για όσα συνέβησαν την ημέρα και τον παρακαλούμε να μας φυλάξει την νύκτα.
Το λιβάνι το καίμε στα γνωστά θυμιατήρια, είτε πήλινα είτε μεταλλικά, και προσέχουμε να είναι από σωστά υλικά, διότι στον Θεό πρέπει vα προσφέρουμε ό,τι καλύτερο.
Το θυμιατήριο συμβολίζει την Παναγία μας και τα κάρβουνα με το θυμίαμα τον Χριστό μας, ο όποιος είναι το Θείο πυρ και τον όποιο ή Παναγία μας είχε μέσα της, και ή ευωδία είναι ή χάρη Του πού σκορπίζεται στον κόσμο και τον ευλογεί.