ΤΟ ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ


Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά.

Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα.

Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.

Αφού βολόδειρε από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα
ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.
Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια και μπήκε στη μάντρα.

Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.

Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:
«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».
Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».
Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:
«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:
«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».

Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.
Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:
«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».

Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.
Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.
Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σ αν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:
«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο.

Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:
«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».

Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.
Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.
Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».
Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».
Του λέγει ο Άγιος:
«Αλήθεια, τον ξέχασα!».
Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:
«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».
Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».
Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!
Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».
Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :
«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...

«Έχει ο Θεός»: Η παγίδα του Διαβόλου

Ὑπάρχει μία σημαντική μερίς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται νά ζοῦν μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν αἰσιοδοξίας καί ὑπεραισιοδοξίας δίχως βεβαίως νά στηρίζουν τήν νοοτροπίαν των αὐτήν εἰς ὀρθήν μετάνοιαν καί ἀντικειμενικήν βάσιν.
Βεβαίως, ὅπως ὅλοι γνωρίζωμε καί παραδεχώμεθα, ἡ αἰσιοδοξία εἰς τήν σωστήν της μορφήν ἀποτελεῖ ἀρετήν καί εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρχῃ εἰς τόν ἄνθρωπον. Ἀλλοίμονον δέ, ἐάν ἡ αἰσιοδοξία χαθῇ ἀπό τήν ζωήν μας. Ἄλλωστε, ἕνας πιστός εἰς τόν Χριστόν ἄνθρωπος, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀπαισιόδοξος καί νά τόν κατακλύζουν μαῦρα σύννεφα, ζοφερές σκέψεις, ἀλλά καί φόβοι, πού σχεδόν ποτέ δέν θά ἀντιμετωπίσῃ. Ἄλλο εἶναι ὅμως αὐτό καί ἐντελῶς διαφορετικό εἶναι τό νά ζῇ κανείς εἰς τά νέφη καί νά πιστεύῃ ὅτι ὅλα τά θέματα τῆς ζοφερῆς πραγματικότητος, ἀπό μόνα των, δίχως ἀγῶνα καί μάλιστα δίχως Θεόν, θά ἔχουν αἴσιον πέρας καί θά καταλήξουν καλά, ὅπως ὁ ἴδιος νομίζει τό «πέρας» καί θεωρεῖ τό «καλόν».  Αὐτήν δυστυχῶς τήν νοοτροπίαν τήν εὑρίσκει κανείς εἰς ὅλους τούς χώρους καί τήν συναντᾷ εἰς ὅλα τά ἐπίπεδα.
Ἄς ξεκινήσωμε ἀπό τόν χῶρον τῆς Ἑκκλησίας καί εἰς τήν συνέχειαν θά συναντήσωμε ἐμπρός μας αὐτήν τήν στάσιν ζωῆς καί εἰς ἄλλους τομεῖς. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, χωρίς βεβαίως ἀπόλυτα στεγανά, περιλαμβάνονται ὅσοι πιστοί ἔχουν παύσει νά ἀγωνίζωνται τόν ἱερόν ἀγῶνα τῆς Πίστεως μέ τίς προδιαγραφές τῶν Ἁγίων καί κρατοῦν τήν πίστιν ἁπλῶς ἐγκεφαλικά. Γνωρίζουν βεβαίως ἀρκετά ἐκ τῆς  Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν γνῶσιν σελίδων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, διαθέτουν κατά τόν Ἀπόστολον «μόρφωσιν εὐσεβείας» (Β´ Τιμόθ. γ´, 5), ἐπί τῆς οὐσίας ὅμως ἀρνοῦνται τήν δύναμιν τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τήν ὁποίαν ὀφείλονται ὁ δυναμισμός καί ὁ ἀγώνας εἰς θέματα Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ὀρθοπραξίας.
Ὅμως εἶναι ἀνάγκη νά γνωρίζωμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις δέν εἶναι οὔτε ἰδεολογία, οὔτε φιλοσοφία, οὔτε βεβαίως ἕνα ἁπλό συναίσθημα. Ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καλύπτει ὁλόκληρον τήν ὕπαρξιν τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καί καταρτίζει τόν πιστόν διά πολυμετώπους ἀγῶνας καί διά θυσίας. Δι᾽ ἀγῶνας καί διά θυσίας, πού ξεκινοῦν ἀπό τήν πάλην μέ τήν ἰδίαν τήν καρδίαν τοῦ πιστοῦ καί φθάνουν ἕως αὐτούς τούς Ἐκκλησιαστικούς ἀγῶνας. Ἐμπρός ὅμως εἰς τόν ὁλοκληρωτικόν ἀγῶνα τῆς πνευματικῆς καθάρσεως καί τῆς ἰσορροπημένης καί εὐλογημένης ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας, πού ἐκφράζεται διά τῶν λόγων καί διά τῶν ἔργων τῶν πιστῶν, ἐμπρός εἰς αὐτόν τόν κόπον καί τάς θυσίας, ὁ μή συνειδητοποιημένος Χριστιανός προτιμᾶ τήν «κάλυψιν», τήν »ἀπόκρυψιν» καί τήν «παραλλαγήν». Ἔτσι, τόν λόγον λαμβάνουν τά «προπετάσματα καπνοῦ», πού μεταφράζονται ἐπί τῆς θεωρίας καί κυρίως τῆς «πράξεως», ὡς «ἔχει ὁ Θεός», «ἐμεῖς εἶναι ἀδύνατον νά κάνωμε κάτι», «θά μιλήσῃ ὁ Θεός» καί ἐπίσης τό ἐντελῶς ἐξοργιστικόν «οἱ ἐποχές εἶναι πάντοτε οἱ ἴδιες καί αὐτά συνέβαιναν πάντοτε», κλπ.
Τό νά ἀκούωνται τά λόγια αὐτά ἀπό τούς ἀγωνιζομένους πιστούς, ἀφοῦ πρῶτα ἔχουν κάμει «ὅ,τι περνᾶ ἀπό τό χέρι των», δηλαδή τό καθῆκον των, αὐτό ἀποτελεῖ ὄντως ἀπαύγασμα Πίστεως ζωντανῆς καί ἐπιφέρει εἰρήνην καί ἀνάπαυσιν εἰς τήν καρδίαν, συμφώνως πρός τό «ἡσυχάσαμεν εἰπόντες• τό θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω» (Πράξ. Ἀπ. κα´, 14). Ἀλλά τό νά ἀκούωνται οἱ παραπάνω φράσεις ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι παντελῶς ἄγευστοι ἀγώνων πρός προσωπικήν πνευματικήν κάθαρσιν, πρός διόρθωσιν κοινωνικήν καί ἐλευθερίαν ἐκκλησιαστικήν, τοῦτο ὄχι μόνον προξενεῖ σκάνδαλον καί ἀθυμίαν εἰς τούς πιστούς, ἀλλά φανερώνει ἀσυνέπειαν χριστιανικῆς ζωῆς, δειλίαν, καιροσκοπισμόν καί εἰς κάποιες τῶν περιπτώσεων, ἀποκαλύπτει τακτικήν  »Δουρείου Ἵππου».
Ὅπως γίνεται κατανοητόν, πρόκειται περί τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταστήσει τούς ἑαυτούς των καί μαζί των ὅσους τούς ἀκολουθοῦν, ἐντελῶς ἀνικάνους εἰς τό νά ἐκφέρουν φωνήν ἔστω καί ἁπλῆς διαμαρτυρίας. Ποῦ νά κάμῃ κανείς εἰς αὐτούς λόγον περί θεμάτων Πίστεως καί ζωῆς πού ἀπαιτοῦν θυσίας; Εἰς τήν σκέψιν ὅτι ἐνδεχομένως καί διά τῆς ἐλαχίστης διαμαρτυρίας, ὄχι θά χαθῇ, ἀλλά ἁπλῶς θά σεισθῇ ὁ θῶκος των, τρέμουν ὡς «κάλαμοι ὑπό ἀνέμων σαλευόμενοι». Ἀντί δέ νά ἐπαναστατήσουν κατά τοῦ κακοῦ καί ἐναντίον ὅσων ἐκ πεποιθήσεως καί συστηματικῶς ἐργάζονται εἰς αὐτό, θυμώνουν, ἐξοργίζονται καί προσπαθοῦν νά ταπεινώσουν ὅσους ἔχουν καί δείχνουν διάθεσιν ἡρωϊκήν καί χριστιανικήν. Καί αὐτά μέν δι᾽ ὅσους κατέχουν κάποιαν θέσιν καί ἀποδεικνύονται «καρεκλοκένταυροι», εἴτε εἰς τόν πολιτικόν, εἴτε εἰς κάποιον ἄλλον, εἴτε κυρίως εἰς τόν ἐκκλησιαστικόν τομέα.
Διά δέ τούς ἁπλούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πνιγεῖ ἀπό τήν μούχλαν τοῦ φόβου καί ἔχουν βραχυκυκλωθῆ ἕνεκεν ἀρρωστημένης πνευματικότητος, ὅταν ἡ Πίστις εἶναι τό κινδυνευόμενον, αὐτοί τί κάμνουν; Συγχύζονται, τά χάνουν καί κλονίζονται «ὡς φύλλα ἐξ ἀμπέλου καί ὡς πίπτει φύλλα ἀπό συκῆς» (Ἡσ. λδ´, 4). Δηλαδή, ὅπως πίπτουν τά μαραμένα φύλλα ἀπό τήν ἄμπελον καί ὅπως πίπτουν τά φύλλα ἀπό τήν συκήν. Παρουσιάζουν θέαμα ἀξιοθρήνητον εἰς τήν σκέψιν καί μόνον, ὅτι ἴσως χρειασθῇ νά θέσουν τήν ὑπογραφήν των κάτωθεν ἑνός ἁπλοῦ κειμένου διαμαρτυρίας. Βαυκαλίζουν ἑαυτούς καί ἀλλήλους, ὅτι εἶναι δῆθεν «πραεῖς καί ἡσύχιοι» καί ὅτι δέν χάνουν τήν εἰρηνικήν των διάθεσιν, ἀφοῦ «ἔχει ὁ Θεός». Μάλιστα, ὑπάρχουν καί ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τόν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον ὡς κατηγορίαν, κατάκρισιν, κλπ. Ὅταν ὅμως κάποιος τολμήσῃ νά θίξῃ τήν προβοσκίδα τοῦ ἐγωϊσμοῦ των, τότε ἀστραπιαίως ἐξαφανίζονται καί οἱ πραότητες καί οἱ κροῦστες τῆς ἀταραξίας καί ἐν τῷ ἅμα μεταβάλλονται ὡς «ταῦροι ἐν ὑαλοπωλείῳ». Ὅταν θίγεται ὁ ἐγωϊσμός των καί ἰδίως τό οἰκονομικόν των συμφέρον, ἐκεῖ βεβαίως «δέν ἔχει λόγον ὁ Θεός». Ἐκεῖ ἠχοῦν οἱ σάλππον ἐπίθεσιν». Ἀλλά καί μόνον ἡ στάσις των αὐτή ξεσκεπάζει καί ἀποκαλύπτει τό ρηχόιγγες πρός «κατά μέτων τῆς πνευματικότητός των, τήν εὐσεβιστικήν ἐπικάλυψιν τῆς ἀκατεργάστου ψυχῆς των καί τό ἀλλοπρόσαλλον τῆς συμπεριφορᾶς των. Δυστυχῶς, θά πρέπῃ νά παραδεχθοῦμε εἰς τό σημεῖον αὐτό, ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ συμπεριφορά ἔχει κάμει μέγα κακόν εἰς τόν Ὀρθόδοξον χριστιανικόν κόσμον καί ἔχει παγιώσει «σταλακτῖτες καί σταλαγμῖτες», πού δυσκόλως καθαρίζονται ἀπό τήν «ἐκκλησιαστικοευσεβιστικήν» νοοτροπίαν.
Αὐτό τό «ἔχει ὁ Θεός», ἐνῷ εἶναι ἔκφρασις πίστεως ἀγωνιστικῆς καί ἀπαύγασμα ἀμεταθέτου ἐλπίδος, κατώρθωσε ὁ Διάβολος, διά τῶν ἀφελῶν καί δειλῶν πιστῶν, νά τό σερβίρῃ ὡς παγίδα καί νά τό περάσῃ ὡς τρόπον ζωῆς, μετατρέποντάς το εἰς πυροσβεστῆρα κατά τοῦ ἁγνοῦ ζήλου καί τῆς λογικῆς.
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν νόθον καί πνευματικῶς μετηλλαγμένην νοοτροπίαν ἐκφράζει ὁ δυναμικός Προφητικός λόγος τοῦ Ἀμώς. Ὁ Προφήτης Ἀμώς ἀντιμετώπισε αὐτήν τήν νόθον κατάστασιν, αὐτό τό  κλῖμα τοῦ ψεύδους, ἀφοῦ ἔζησεν εἰς ἐποχήν φοβεράν καί δύσκολην διά τό Βασίλειον τοῦ ᾽Ισραήλ. Πλήν τῶν ἄλλων δεινῶν, τό ἔθνος του εἶχε διαιρεθῆ εἰς δύο Βασίλεια. Εἰς τό Βασίλειον τοῦ Νότου, τοῦ Ἰούδα, μέ πρωτεύουσαν τά Ἱεροσόλυμα, καί εἰς αὐτό τοῦ Βορρᾶ, τοῦ Ἰσραήλ, μέ πρωτεύουσαν τήν Σαμάρειαν. Βασιλεύς τοῦ Ἰούδα ἦτο ὁ Ὀζίας καί τοῦ Ἰσραήλ ὁ Ἱεροβοάμ Β´ (794-754 π.Χ.).
Τήν ἐποχήν ἐκείνην συνέβαιναν φοβερές ἀδικίες καί ἀνομολόγητα αἴσχη. Ἠ ἀσέβεια καί τό κακόν εἶχαν φθάσει εἰς τό ἀποκορύφωμα. Ὁ λαός μιμούμενος τούς κακούς του ἄρχοντας καί τούς μεγιστάνας, ἀντέγραφε τήν συμπεριφοράν των αὐτήν, ἡ ὁποία κατατάσσει τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπον, εἰς τό ζωϊκόν βασίλειον… Οἱ δέ καθ᾽ ὕλην ἁρμόδιοι, ἀντί νά ἐλέγξουν τήν ὅλην κατάστασιν καί νά ἐπαναφέρουν τό σκάφος τῆς κοινωνίας εἰς τήν σωστήν του πλεῦσιν, νά κηρύξουν δηλαδή μετάνοιαν καί νά ἐλέγξουν τό κακόν καί τήν ἀνομίαν, ἀπελάμβαναν τήν ἡσυχίαν των μέ ὅλα βεβαίως τά προνόμια πού προέβλεπε ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσέως.
Ποῦ φωνή διαμαρτυρίας; Ποῦ κήρυγμα ἀφυπνιστικόν; Ποῦ ἔλεγχος ἐπιβεβλημένος καί λόγος ἐποικοδομητικός; Ὅλοι ἀπελάμβαναν τήν ἡσυχίαν των. Μίαν ἡσυχίαν ὅμως παράδοξον, ὡσάν τήν ἡσυχίαν πού ἐπικρατεῖ πρίν ξεσπάσῃ τό ἠφαίστειον καί ἡ πυρίνη λάβα του κατακαύσῃ τά πάντα. Ἔτσι τώρα καί εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ λιποψυχία, ἡ ἀναισθησία, ἡ ἀδιαφορία, κλπ., ἦσαν ὁ προάγγελος τῆς ὀργῆς πού θά ἤρχετο. Δέν θά ἔμενε τίποτε ὄρθιον. Ἀλλοίμονον εἰς ὅσους ἐνεργοῦν παρανόμως καί εἰς ὅσους ἀναισθήτως καί παχυδερμικῶς ἀνέχονται τήν κακίαν, τό ἄδικον καί τήν παρανομίαν, ἔστω καί ἄν οἱ ἴδιοι «ἀπέχουν» ἀπό τά τεκταινόμενα.
Μέσα λοιπόν εἰς τό κλῖμα αὐτό τῆς ψευδοῦς ἀταραξίας, τῆς πνευματικῆς καί κοινωνικῆς ἀρτηριοσκληρύνσεως, ξεσπᾷ ὡς κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ ὁ Προφητικός κεραυνός. Τάδε λέγει Κύριος: «Ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ». Πολλές θά εἶναι οἱ τιμωρίες. Θά ἔρχωνται ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, θά ἔρχωνται ἐπάνω μας. Διαρκῶς θά ἀκούωνται «οὐαί». «Λέων ἐρεύξεται, καί τίς οὐ φοβηθήσεται;» (Ἀμώς γ´, 8).
Ὁ Προφήτης Ἀμώς, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα σημαίνει «φορτίον» καί ὑπαινίσσεται  μᾶλλον ὅτι ὁ λόγος του εἶχε βαρύτητα καί τό κήρυγμά του ἦτο «τό φορτίον τοῦ Κυρίου», κηρύσσει εἰς αὐτούς πού ἀμερίμνως καί μέσα εἰς τό πνεῦμα τῆς ραθυμίας ἀνέμεναν τήν «ἡμέραν Κυρίου». Τήν ἡμέραν δηλαδή κατά τήν ὁποίαν θά ἔλθῃ ὁ Κύριος αὐτεπαγγέλτως διά νά δώσῃ λύσεις εἰς τά προβλήματα πού οἱ ἴδιοι γίνονται αἰτία νά δημιουργοῦνται καί νά ἐπισωρεύωνται.
Οἱ Ἰσραηλῖται ἀνέμεναν τήν «ἡμέραν Κυρίου» ὡς ἡμέραν δόξης διά τό ἔθνος των καί ἐλαχταροῦσαν μέ μίαν ἰδιαιτέραν ὑπερηφάνειαν τό πότε αὐτή θά ἔλθῃ. Ὅπως δέ βλέπομε καί εἰς ἄλλας περιπτώσεις τοῦ περιουσίου λαοῦ, οἱ ψευδοπροφῆται ὑπεδαύλιζαν αὐτές τίς ἐθνικιστικές τάσεις καί δοξασίες, θωπεύοντας τόν ἀποστάτην λαόν καί προσφέροντας ταπεινήν ἐκδούλευσιν εἰς τούς πολιτικούς καί θρησκευτικούς ἄρχοντας (πάντοτε βεβαίως μέ τό ἀζημίωτον).
Ὅμως ὁ γνήσιος Προφήτης καί ἀκέραιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ  Ἀμώς, θρυμματίζει αὐτήν τήν ψεύτικην ἐλπίδα καί διασαλπίζει  εἰς τόν ἄνομον λαόν, ὅτι ἡ «ἡμέρα Κυρίου» δέν θά εἶναι ὅπως αὐτοί τήν νομίζουν, ἀλλά θά εἶναι ἡμέρα τιμωρίας, συμφορᾶς καί φρίκης διά τίς τόσες καί τόσες ἀνομίες καί ἁμαρτίες. Μέ μίαν πολύ ἔντονην καί δυνατήν εἰκόνα παρουσιάζει τήν κατάστασιν καί φανερώνει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ξεφύγῃ κανείς ἀπό τήν τιμωρίαν πού ὁ ἴδιος, διά τῶν λόγων καί ἔργων του, παρασκευάζει διά τόν ἑαυτόν του. Ἀκόμη καί ἡ ἰδία ἡ οἰκία παύει νά ἀποτελῇ ἄσυλον καί ἀσφαλές καταφύγιον διά τόν οἰκοδεσπότην.
Λέγει ὁ Προφήτης: «Ἀλλοίμονον εἰς τούς θρασεῖς καί αὐθάδεις ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιλέγουν εἰς τάς προρρήσεις τῶν προφητῶν καί ζητοῦν καί ἐπιθυμοῦν νά ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου! Ἀλλά, τί νομίζετε ὅτι θά σημαίνῃ δι᾽ ἐσᾶς ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου! Θά σημαίνῃ σκοτάδι καί ὄχι φῶς. Ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καί φοβερῶν δεινῶν, τά ὁποῖα κατά τήν ἡμέραν ἐκείνην θά ἔλθουν, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά εἶναι ἡμέρα χωρίς δυνατότητα σωτηρίας. Θά εἶσθε ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού μόλις ἐξέφυγε ἀπό τούς ὀδόντας τοῦ πεινασμένου λέοντος, ἔπεσε ἐπάνω εἰς τήν ἀρκούδα. Καί μόλις κατώρθωσε νά σωθῇ ἀπό τήν ἀρκούδα καί ἐπῆγε εἰς τήν οἰκίαν του, ἐνῷ ἀκουμβᾶ βιαστικά τό χέρι του εἰς τόν τοῖχον, φίδι φαρμακερόν ἐπετάχθηκε καί τόν ἐδάγκωσε. Δέν εἶναι λοιπόν σκοτάδι ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί ὄχι φῶς; Σκοτάδι βαθύ, δίχως τήν ἐλαχίστην ἀκτῖνα φωτός, ἡ ἡμέρα αὐτή; Αὐτά τά φοβερά προφητεύει καί κηρύσσει ὁ Προφήτης Ἀμώς δι᾽ αὐτούς πού δέν ἀγωνίζονται ὅπως πρέπῃ καί περιμένουν τήν ἡμέραν Κυρίου» (Ἀμώς ε´, 18-20).
Τί νά προσθέσωμε τώρα; Ὅτι μελετῶντας κάποιος τόν ἀσυμβίβαστον μέ τήν ἀνομίαν Ἀμώς, ὁ ὁποῖος ἔδρασε ὀκτώ αἰῶνας πρό Χριστοῦ, αἰσθάνεται ὅτι ὁ Προφήτης ζεῖ εἰς τάς ἡμέρας μας καί κινεῖται ἀνάμεσά μας; Οἱ ἄνθρωποι, παρά τάς χρονικάς ἀποστάσεις τῶν αἰώνων καί τάς χιλιετίας πού χάνονται εἰς τά βάθη τοῦ πανδαμάτορος χρόνου, παραμένουν ἐπί τῆς οὐσίας οἱ ἴδιοι, ἰδίως εἰς τέτοια ζητήματα. Ἐάν ἀφαιρεθῇ ἀπό τόν ἄνθρωπον ἡ διάστασις τοῦ χρόνου, νομίζει κανείς πώς ὅλες οἱ γενεές κινοῦνται εἰς τό ἴδιον ἱστορικόν πλαίσιον εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον. Ἡ ἱστορία ἀντιγράφει καί σήμερον τάς σελίδας της, ὄχι ἁπλῶς δραματικῶς, ἀλλά τραγικῶς, ἀφοῦ ἀκόμη καί μεγάλο ποσοστόν ἐξ ὅσων ὁμολογοῦν ὅτι ἀποδέχονται τήν πίστιν εἰς τόν Χριστόν, δέν θέλουν νά παραδειγματίζωνται ἀπό τάς τραγικάς παραμέτρους τῆς κοινωνικῆς πορείας.
Τό ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ὅτι, παρά τά ἐξωτερικά σχήματα καί τά διάφορα «πνευματικά μορφώματα», δέν φαίνεται νά ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν διάθεσις  εἰς τό νά ἐπιτρέψουν εἰς τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ νά τούς ὁδηγήσῃ εἰς τήν ὁδόν τοῦ ἐξαγιασμοῦ. Δέν δέχονται τήν ἀνακαίνισιν τοῦ νοός, τήν κάθαρσιν τῆς καρδίας καί γενικῶς τήν πορείαν πρός τήν θέωσιν. Ἀπουσιάζει ἡ γνησία, ἡ ἔμπρακτος μετάνοια καί φυσικά τό θάρρος τῆς ὁμολογίας καί τό πνεῦμα τοῦ ἐλέγχου ὅλων τῶν κακῶς κειμένων, κάτι δηλαδή τό ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον διά τόν ἄνθρωπον καί τό κοινωνικόν σύνολον. Ἀλλά καί οἱ ἐξουσίες πού δι᾽ αὐτόν τόν σκοπόν ὑφίστανται καί βεβαίως αὐτή ἡ Ἑκκλησιαστική, ἡ ὁποία δέν εἶναι μία ἁπλῆ ἐξουσία ὅπως οἱ ἄλλες μέ τούς πυλῶνας των, πού συγκροτοῦν μίαν δῆθεν εὐνομουμένην εἰς τήν πραγματικότητα ὅμως μίαν ἀνάπηρον καί ἐξαθλιωμένην πολιτείαν, ἀδιαφοροῦν, σιωποῦν καί ἐθελοτυφλοῦν ἐμπρός εἰς τό πολύμορφον κακόν πού ὡς μολυσματική νόσος ἔχει ἁπλωθῆ παντοῦ. Ὄχι μόνον δέν ἐλέγχουν, δέν ἀντιδροῦν, δέν διαμαρτύρονται κατά τοῦ κακοῦ καί τῆς ἀνομίας ἀλλά ἰσχύει τό »εἰσέλθετε κῦνες καί ἀλήθετε…».
Ἔτσι τό  ἀποτέλεσμα εἶναι, εἴτε νά ὑπάρχῃ πλήρης ἀδιαφορία, εἴτε μέσα εἰς τό πνεῦμα τῆς ἀδρανείας πού μαστίζει τό σύνολον τῶν πιστῶν, «μοιρολατρικῶς» ὅλα νά ἀναμένωνται «ἄνωθεν». Ἄς προσέξωμε τά προφητικά κηρύγματα, ἀλλά καί τίς ἱστορικές ἐξελίξεις…
Ὑπάρχουν δυστυχῶς καί κάποιοι Πνευματικοί, πού θέτουν  ἐπιτίμιον εἰς τήν ἀνησυχίαν τῶν πιστῶν, θεωροῦντες τόν ἐπιβεβλημένον ἔλεγχον, τήν διαμαρτυρίαν, τήν ὁμολογίαν… ὡς κατακρίσεις, κατηγορίες, κλπ.
Καί εἶναι ἀνάγκη νά προστεθῇ, ὅτι ἡ νοοτροπία αὐτή, ὅτι δηλαδή «ὅλα θά τά τακτοποιήσῃ ὁ Θεός» καί ἐμεῖς ἄς μήν κινοῦμε οὔτε τό δακτυλάκι μας, τελικῶς καταντᾷ βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μέ ἀποτέλεσμα νά λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι καί τελικῶς τά πράγματα νά ἔρχωνται καί νά ἔλθουν ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι φαντάζονται οἱ «ἄκαπνοι» πιστοί καί μαζί των ὅσοι τό «εὐλογητός ὁ Κύριος» τό ἔχουν ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μέ τό «καί πεπλουτήκαμεν» (Ζαχ. ια´, 5).
Ἐπίσης, σῆμα κατατεθέν τῶν καιρῶν ἀποτελεῖ τό ὅτι εἰς πολλούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, ἀντί νά κηρύσσεται πνεῦμα μετανοίας καί ὁμολογίας, καλλιεργοῦνται φροῦδες ἐλπίδες μέ ἀποτέλεσμα νά ἀλλοιώνεται αὐτή ἡ ἰδία ἡ οὐσία τῆς πίστεως εἰς πολλά καίρια σημεῖα της καί μάλιστα εἰς τό εὐαίσθητον κεφάλαιον τῆς ἐσχατολογίας μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται διά τήν πνευματικήν καί ὄχι μόνον ζωήν.
Ἔτσι λοιπόν φθάνει κανείς εἰς τάς ἡμέρας μας, ἀκριβῶς λόγῳ αὐτῶν τῶν παραδόξων ἀντιλήψεων, νά ἀκούῃ ἐσχατολογικές ἀπόψεις πού παραπέμπουν ἀκόμη καί εἰς Χιλιαστικοῦ τύπου ἐσχατολογικές καί πεπλανημένες δοξασίες… Δέν χρειάζεται νά ψάξῃ κάποιος πολύ διά νά ἀνακαλύψῃ τέτοιες περιπτώσεις, πού ξεκινοῦν ἀπό δῆθεν προρρήσεις Γερόντων καί ἕωλες προφητεῖες πού ἐκτρέφουν ἀλλοπρόσαλλες  «πνευματικές» καταστάσεις. Δυστυχῶς, ἕνας νόθος ἐνθουσιασμός μέ ἕνα ἐπίχρισμα «πνευματικότητος», ὁ ὁποῖος δέν ἑδράζεται εἰς τήν Πατερικήν Παράδοσιν, ὁδηγεῖ εἰς τήν ὀλισθηράν ὁδόν τῆς πλάνης μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μᾶς λέγει: «Ἀγαπητοί, μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν, ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον» (Α´ Ἰωάν. δ´, 1-2).  Βεβαίως, ἡ ἐντολή αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ἰσχύει διά κάθε ἐποχήν, ἀλλά κυρίως διά τάς ἡμέρας μας, καθ᾽ ὅ,τι πολλοί  ψευδοπροφῆται, πλανοερμηνευταί ἁγίων Γερόντων, κλπ., κυκλοφοροῦν καί  μάλιστα ὡρισμένοι μέ τό κάλυμμα τῆς αὐθεντίας καί μέ τό ὄνομα τοῦ «Γέροντος». Ἑπομένως, ὁ κάθε ἕνας πού ὁμιλεῖ δέν εἶναι καί Προφήτης. Δηλαδή, δέν ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἄρα ὁ λόγος του δέν εἶναι ἀληθινός. Καί εἰς τό σημεῖον αὐτό, ἀνέκαθεν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἰδιαιτέρως προσεκτικόν. Μέ τάς προϋποθέσεις τῆς γνησιότητος καί τοῦ φωτισμοῦ, θά πρέπῃ νά γίνεται ἀποδεκτός ὁ λόγος καί τό κήρυγμα, ὡς λόγος ἀληθείας.
Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἡ ἁμαρτία ἔχει πιά κατακλύσει τά πάντα: Αἱμομεῖκτες, παιδεραστές, ὁμοφυλόφιλοι, πόρνοι, μοιχοί, ἐγκληματίες, δολοφόνοι, ἔμποροι ναρκωτικῶν… Ἐμπορία καί μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό «ἐγκεφαλικά νεκρούς», δηλαδή ἀπό ζῶντες, ἄπειρες φόνισσες μητέρες τῶν τέκνων των διά τῶν ἀμβλώσεων… Ἡ κοινωνία τῆς διαφθορᾶς καί τῆς παρανομίας. Ἄνθρωποι χωρίς πρότυπα καί ἰδανικά.
Τόν ἄνθρωπον, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης, τόν ξεχωρίζουν ἀπό τό ζῶον, δύο πράγματα, «ὁ γέλως καί ἡ αἰδώς», δηλαδή τό γέλιον καί ἡ ἐντροπή. Τό ζῶον δέν γελάει ποτέ καί δέν ἐντρέπεται διά τίποτε. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, πού δέν γελάει ποτέ, ρέπει πρός τήν ψυχοπάθειαν, ὅπως ἐπίσης καί αὐτοί πού γελοῦν χωρίς λόγον… Καί ἐκεῖνος πού δέν ἐντρέπεται διά τίποτε, ρέπει πρός τήν ἀποκτήνωσιν. Ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχομε καταντήσει μία κοινωνία πού ἀπαρτίζεται ἀπό ἀλλόκοτα μασκαρεμένα πρόσωπα καί σώματα ἀνθρώπων δίχως ἐντροπήν, μέ συμπεριφορές ψυχοπαθητικές, μέ δυσεύρετα τά ὑγιῆ χαμόγελα καί ἄν κάπου-κάπου κανείς ἀντικρύσῃ κάποιο χαμόγελο, θά εἶναι νευρικό ἤ δίχως αἰτία χαμόγελο-γέλιο, δηλαδή ἄρρωστο. Ἄπειροι ἄνθρωποι συνοφρυωμένοι, μελαγχολικοί, καταθλιπτικοί… Ἀκόμη καί ἀρκετά μικρά παιδάκια – τά καημένα δίχως ἁγνότητα – ἀγριεμένα, ἐνίοτε προχωρημένα πρίν τήν ὥραν των εἰς ὅλους τούς τομεῖς. Εἶναι τά ἄδικα πρώϊμα »χαϊβάνια»…
«Στρατεύματα κατοχῆς», ἐθνοκτονία, ἀφελληνισμός, ἀποδόμησις τῆς παιδείας, τῶν παραδόσεων, τῆς ἱστορίας, τῆς γλώσσης, οἰκογενειοκτονία, κοινωνική ἐξαθλίωσις, οἰκονομική ἐξαθλίωσις, καί ἀντί ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων, ἐπιβάλλονται φόροι ἐπί φόρων… Τά ὄνειρα διά μίαν καλυτέραν ζωήν ἀπαγορεύονται αὐστηρῶς. Νόμοι ἀντιρατσιστικοί, ἕνεκεν δῆθεν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἐξαιρουμένων ὅμως τῶν ἑλληνορθοδόξων δικαιωμάτων… Θεατές ἐσταυρωμένων, ἀποκεφαλισμένων κλπ. συνανθρώπων μας, Χριστιανῶν καί μή.  Ἀθλιότης! Προώθησις λαθρομεταναστῶν καί δή τοῦ Ἰσλάμ εἰς τήν Ἑλλάδα.
Καί μέσα εἰς ὅλα αὐτά, κάποιοι ὀνειρεύονται τήν Πόλιν. Οἱ Τζιχαντιστές ὁραματίζονται  τήν Δύσιν καί κάποιοι Ἕλληνες τήν… Πόλιν. Διδασκαλία τοῦ ἀντιχρίστου Ἰσλάμ μέσα εἰς τά Ὀρθόδοξα θεολογικά σπουδαστήρια, ἀνέγερσις τζαμιῶν, ναργιλέδες καί μύρια ἄλλα.  Ὅλα αὐτά αὐξάνονται καί πληθύνονται καί κατακυριεύουν, ἐπειδή προστατεύονται, προωθοῦνται καί νομιμοποιοῦνται διά ἀνθελληνικῶν καί ἀντιχρίστων νόμων, ἄνευ διαματυρίας, ἐλέγχου, ὑπερασπίσεως τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος…
Ὁ μεγάλος, ὁ πιό φοβερός ἐχθρός εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, ἡ παναίρεσις τῶν αἰώνων, τό σύνολο τῶν αἱρέσεων πού σκοπόν ἔχει νά ἀλλοιώσῃ καί τελικῶς νά ἐξαφανίσῃ τήν Ὀρθοδοξίαν. Ὁ Οἰκουμενισμός,  ὁ ὁποῖος ἀποσκοπεῖ εἰς τήν πνευματικήν μας σταύρωσιν καί εἰς τόν πνευματικόν μας ἀποκεφαλισμόν, καί ὄχι μόνον. Πληγή δέ μεγάλη εἶναι ὁ Σιγονταρο-οικουμενισμός, δηλαδή τό »Ὀρθόδοξον Οἰκουμενιστικόν Χαλιφᾶτον», μέ τούς «Ὀρθοδόξους Τζιχαντιστάς», τοὐτέστιν τούς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστάς.
Καί τό ἀποκορύφωμα εἶναι ἡ ἄκρως ἐπικίνδυνη αἵρεσις καί πλάνη, ὁ  Παπισμός. Ὁ Παπισμός πού ἐμμένει ἀμετανόητος εἰς τάς αἱρετικάς πλάνας του καί μέ «Βατικανίζουσαν» πολιτικήν καί διπλωματίαν προβάλλει καί χρησιμοποιεῖ ὡς »Δουρείους Ἵππους» τίς παγίδες πού εἶναι ὁ δῆθεν «θεολογικός διάλογος», ὁ διάλογος τῆς «ἀγάπης», ἡ οἰκουμενική κίνησις διά τήν «ἕνωσιν» τῶν «ἐκκλησιῶν», κλπ.
Καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ἀκούγεται ἡ ἐπωδός: » Ἔχει ὁ Θεός»!
Τό πνεῦμα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ἤλεγχε ὁ Θεός διά τοῦ Προφήτου Ἀμώς, τό βλέπομε καί σήμερον ὁλονέν καί περισσότερον νά ἐξαπλοῦται. Εἴμεθα μία ἀδικαιολόγητη, ἀμετανόητη καί ἀναπολόγητη γενεά.
Καί ἐνῷ θά ἀνέμενε κανείς, ὕστερα ἀπό τίς αὐστηρές προφητεῖες τοῦ Ἀμώς, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ νά μετανοήσῃ, δυστυχῶς παρέμενε ἀμετανόητος. Καί ὄχι μόνον παρέμεινε ἀμετανόητος, ἀλλά καί ἠθέλησε νά ἐπιβάλλῃ σιωπήν εἰς τόν Ἀμώς καί ἐκδίωξιν. Βλέπομε λοιπόν ὁ διασυρμός καί ἡ ἐκδίωξις νά εἶναι τό τίμημα ἐκείνων πού κηρύσσουν τήν ἀλήθειαν. Ἐκείνων πού γνωρίζουν, διά τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Θεοῦ, νά βλέπουν πέραν τῶν γεγονότων καί νά διαβάζουν κάτωθεν τῶν γραμμάτων.  Ὁ Προφήτης ὅμως δέν ἐσιώπησεν. Συνέχισε νά κηρύττῃ τήν Ἀλήθειαν. Εἰς τό τέλος, ἐφονεύθη ἀπό τούς ἱερεῖς διά ροπάλου, ὑπογράφοντας τό κήρυγμα τῆς  Ἀληθείας μέ τήν ἰδίαν του τήν ζωήν!
Ἡ ἀλήθεια θά πρέπῃ πάντοτε νά διακηρύσσεται. Ἡ δέ Χάρις ἐπικυρώνει τήν ἀλήθειαν, δικαιώνει τούς ἀγωνιστάς καί καταισχύνει τά φερέφωνα τῆς πλάνης καί τοῦ ψεύδους. Ἄς τό συνειδητοποιήσουν ὅλοι, ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Β´ Τιμόθ. β´, 9).
Δόξα τῷ Θεῷ πού ὑπάρχουν ὀλίγες μέν, ἀλλά δυνατές φωνές ἀγωνιστῶν καί ὁμολογητῶν πατέρων, τόσον ἐκτός, ὅσον καί ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως ἐπίσης καί ὡρισμένων λαϊκῶν, θεολόγων, κλπ. Ἀλλά, πρέπει καί ἐπιβάλλεται ὅλοι μας, πρωτίστως ὁ κλῆρος, ἀλλά καί ὁ λαός, ἐν μετανοίᾳ, ἔστω καί τήν ὑστάτην στιγμήν, τώρα δηλαδή, νά ὑψώσωμε, φωνήν διαμαρτυρίας καί ὁμολογίας, πρωτίστως διά τήν Πίστιν μας. Διότι, ἄν εἴχαμε μετάνοιαν καί ἐκρατούσαμε τήν Πίστιν γερά, θά ἔστεκαν καί τά ὑπόλοιπα εἰς τήν σωστήν των βάσιν.
Ἐννοεῖται δέ, πώς ὁ ἀγών διαμαρτυρίας δι᾽ ὅλων τῶν ἐκφάνσεών του, πάντοτε θά πρέπῃ νά διεξάγεται καί νά ὁλοκληρώνεται ἐντός καί μόνον ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΟΥΜΕ; Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ: «ΑΠΟΨΕ ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ»


Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται».


«Ο Χριστός με τη μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά.
Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά· τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.
Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή».
«Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.
-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;
-Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.
-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;
-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη· τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;
-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ὁμοῦ καὶ δακρύουσα» ἀναρωτιόταν:… «Ἐπιδώσω σοι μαζόν, τῷ τὰ σύμπαντα τρέφοντι, ἢ υμνήσω σε, ὡς Υἱὸν καὶ Θεόν μου; ποίαν εὕρω ἐπὶ σοί προσηγορίαν;»
-Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!
Γέροντα, πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;
-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.
Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.
Share on Google+Share on FacebookShare on TwitterShare on DiggShare on Delicious

Τι είναι τα Χριστούγεννα ρε δάσκαλε;

Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε κάποιο μικρό Λύκειο της Αργολίδας, του οποίου το μαθητικό δυναμικό δεν ξεπερνάει τα εκατόν δέκα παιδιά. 

Όπως σε κάθε Λύκειο της Ελλάδας, έτσι κι εκεί, οι καθηγητές πάνε με μισή καρδιά στο μάθημα. Παρακαλάνε να τελειώσει η διδακτική τους ώρα και μετράνε τα δευτερόλεπτα μέχρι να πάνε στα σπίτια τους. Έτσι, οι μαθητές δεν έχουν 
το ενδιαφέρον να παρακολουθήσουν στο μάθημα. Αυτή η ελαττωματική σχέση, όμως, κυλάει και αντίστροφα: επειδή οι μαθητές είναι προκατειλημμένοι απέναντι στους καθηγητές τους και τους αγνοούν επειδή έχουν τη σιγουριά του φροντιστηρίου, οι καθηγητές δεν ενδιαφέρονται να έρθουν κοντά τους. Και κάπως έτσι κυλά η καθημερινότητα όλων τους.

Φέτος, τις τελευταίες ημέρες των Χριστουγέννων, κάτι δεν πήγαινε καλά. Όχι, όλα μια χαρά ήταν. Η αδιαφορία των παιδιών, των καθηγητών και του συλλόγου γονέων κυλούσε σταθερά, όπως πάντα. Τα μαθήματα προχωρούσαν ταχέως, οι βαθμοί ήταν προ των πυλών και για το καλό όλων, οι δεκαπενθήμερες διακοπές ήταν πολύ κοντά. Ωστόσο, κάτι δεν πήγαινε καλά.

Είμαστε στην τελευταία εβδομάδα πριν κλείσουν τα σχολεία. Το κουδούνι χτυπά για να συγκεντρώσει τους μαθητές του σχολείου στις αίθουσες. Ειδικότερα, της Β' Λυκείου την τελευταία ώρα στο μάθημα της Ιστορίας. Ή σε απλά ελληνικά: στην ώρα του παιδιού, στο μάθημα του πεταματού. Πρόκειται για τον πιο καυτό συνδυασμό που είναι δυνατόν να βιώσεις σαν μαθητής, εκεί που οι ωριαίες πέφτουν σαν τα βόλια του Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια.

Οι μαθητές της Β' Λυκείου μπήκαν για πρώτη φορά για μάθημα χωρίς να διαμαρτύρονται. Έκατσαν στις θέσεις τους χωρίς να μιλάνε, και για πρώτη φορά βρίσκονταν στις αίθουσες πριν τον καθηγητή τους. Σε λίγο, ήρθε κι αυτός. Είναι ο κύριος Παπαδάκης, Κρητικός στην καταγωγή, γύρω στα πενήντα, τρομερός φιλόλογος αλλά και άνθρωπος. Αλλά στις ωριαίες δε χαριζόταν. Ειδικά σ' αυτό εδώ το τμήμα που το είχε και κάθε φορά τελευταία ώρα. Καταστάσεις για κλάματα.

Μπαίνοντας στην τάξη, έμεινε άναυδος με το θέαμα: το Β1 καθιστό να τον περιμένει για μάθημα. Χωρίς αλαλαγμούς, χωρίς βρισίδια και χωρίς να έχει σπάσει έστω και μια καρέκλα. Περίεργα πράγματα! “Τι πάθατε εσείς και είστε τόσο ήρεμοι σήμερα;; Μήπως μου έχετε βάλει κόλλα στην καρέκλα;; Ή κανένα κουκουνάρι στην εξάτμιση όπως προχθές;;”, είπε και κοίταξε τον Άρη, το πιο ατίθασο παιδί της τάξης. “Όχι δάσκαλε, μπορείς να ξεκινήσεις το μάθημα”, του φώναξε ο Πέτρος. “Μου δίνεις την άδεια Πέτρο;;

Ευχαριστώ πολύ μεγαλειότατε”, τον πείραξε με το γνωστό ειρωνικό του ύφος. “Θα μου πείτε τι μύγα σας τσίμπησε σήμερα;;”, επέμενε. “Τι τι μύγα μας τσίμπησε ρε δάσκαλε;; Σε λίγες μέρες κλείνουμε για Χριστούγεννα και δεν έχουμε νιώσει ποτέ μας τι είναι τα Χριστούγεννα! Εντάξει, βλέπουμε τα λαμπάκια...”, είπε η Κωνσταντίνα, αλλά πριν ολοκληρώσει τη σκέψη της, ο Παπαδάκης τη διέκοψε βίαια: “Είναι κάτι παραπάνω από τα λαμπάκια!”. “Το ξέρουμε δάσκαλε. Είναι η γαλοπούλα, οι επαναλήψεις των γνωστών χριστουγεννιάτικων ταινιών, αλλά...”, είπε ο Πέτρος αλλά τον διέκοψε κι αυτόν: “Είναι κάτι παραπάνω απ' όλα αυτά που είπες”. “Ε τι στο καλό είναι πια;;”, φώναξε εκνευρισμένος ο Σπύρος απ' το τελευταίο θρανίο. Ο Παπαδάκης χαμογέλασε. Έσκυψε στην τσάντα του, πήρε μια κιμωλία και έγραψε στον πίνακα: “Αύριο, Σάββατο, όλοι στο Ναύπλιο έξω απ' την Ευαγγελίστρια στις 11 το πρωί.”. "Είστε ελεύθεροι για σήμερα", τους είπε, και τους αποχαιρέτισε. Κανείς δεν κατάλαβε το λόγο αυτής της συνάντησης, αλλά πήγαν όλοι τους από περιέργεια και μερικοί από πραγματική εμπιστοσύνη στον καθηγητή τους.

Το επόμενο πρωί στις 11 ήταν όλοι έξω απ' τον Ιερό Ναό Ευαγγελίστριας στο Ναύπλιο. Σε εκείνο το λόφο που βλέπεις πιάτο όλη την πόλη, και νιώθεις ότι το μάτι σου δε σταματάει πουθενά. Νομίζεις ότι μπορεί να φτάσει ως την Τρίπολη, ως την Κρήτη, ως το Νότιο Πόλο και να ξεφύγει έξω απ' τα γήινα και να περάσει στο διάστημα. Εκεί τους περίμενε ο Παπαδάκης, και χάρηκε που τους είδε όλους εκεί στην ώρα που τους είχε ορίσει.

"Παιδιά, χαίρομαι ειλικρινά που ήρθατε σ' αυτό το ραντεβού. Σας αξίζουν διπλά μπράβο γιατί πρώτον, είχατε υποχρεώσεις και τις αφήσατε για να είστε εδώ, και δεύτερον, είστε εδώ χωρίς να ξέρετε το λόγο. Σας ευχαριστώ.”. “Πες μας λοιπόν δάσκαλε τι μας θέλεις”, του είπε η Μαριάννα. “Στο δια ταύτα: ρωτούσατε χθες επίμονα να μάθετε τι είναι τα Χριστούγεννα. Θα σας απαντήσω σήμερα. Γιατί πιστεύετε ότι σας έφερα εδώ;; Ναι, πες εσύ Γιώργο.”. “Για να ανάψουμε κερί λόγω ημερών”, είπε ο Γιώργος. “Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς εσύ, στο 'χω ξαναπεί. Πέντε στο τετράμηνο για να μάθεις!”, του είπε γελώντας. “Λοιπόν, ακολουθήστε με”, τους είπε και κατευθύνθηκε προς ένα χώρο που εκεί λειτουργούσε το συσσίτιο. Άποροι άνθρωποι προμηθεύονταν το φαγητό τους από τα χέρια εθελοντριών, οι οποίες με πολλή αγάπη, αφοσίωση, κι ένα χαμόγελο που έμπαινε κατευθείαν στην καρδιά σου, τους σέρβιραν σε πιάτα. Κι όλα αυτά, εθελοντικά. Με την αγάπη των εθελοντριών και του συντονιστή της δομής, του παπά-Λευτέρη.

Τα παιδιά κοίταζαν σαστισμένα. Ήξεραν αλλά δεν είχαν δει. Κι όταν είδαν, έσπασε η καρδιά τους. Άποροι άνθρωποι που περίμεναν για ένα πιάτο φαγητό. Ο Παναγιώτης έβηξε αμήχανα. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Εγώ σας λέω, όμως, ότι έβηξε επειδή την προηγούμενη μέρα, πέταξε τις φακές που του σέρβιρε η μητέρα του, επειδή δεν του είχε μαγειρέψει μπριζόλες. Μίλησαν με τις εθελόντριες, με τον παπά-Λευτέρη, συμμετείχαν για λίγη ώρα κι αυτά εθελοντικά. Μετά από καμιά ώρα, ο Παπαδάκης τα μάζεψε έξω ξανά.

"Θέλετε να περπατήσουμε λίγο;;”, τους ρώτησε. “Ναι δάσκαλε, δεν έχουμε πρόβλημα”, του είπαν τα παιδιά. “Πολύ ωραία”, τους είπε. “Πάμε”. Πήραν τον κατήφορο της Ευαγγελίστριας, και μετά από αρκετό περπάτημα, βρέθηκαν στο Γηροκομείο της πόλης. “Γιατί σταματήσαμε εδώ δάσκαλε;;”, τον ρώτησε η Χριστιάνα. “Γιατί εδώ μέσα θα μπούμε κορίτσι μου, ξανθιά είσαι;;”, της είπε χαριτολογώντας. Γέλασε και η Χριστιάνα.

Τα παιδιά δεν είχαν ξαναμπεί σ' έναν τέτοιο χώρο, και ήταν αρκετά σφιγμένα. Πρώτη φορά έβλεπαν τόσους ηλικιωμένους μαζεμένους. Εντάξει, είχαν ξαναδεί στην εκκλησία. Όμως, αυτοί εδώ οι γέροντες είχαν κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν ορατό, αλλά ήταν αισθητό. Είχαν απομείνει μόνοι τους στον κόσμο, για διάφορους λόγους. Κι όσο κι αν τα παιδιά τους τους επισκέπτονταν μία φορά ανά μήνα, αυτοί αισθάνονται μόνοι τους. Γιατί ήταν. Αλλά συνάμα, είχαν ο ένας τον άλλον, κι αυτό σήμαινε πολλά γι' αυτούς.

Η Σωτηρία ξερόβηξε, αλλά κανείς δεν της έδωσε σημασία. Το έκανε από αμηχανία, γιατί την προηγούμενη μέρα είχε πει στον παππού της ότι θα περνούσε να τον δει, αλλά όταν βρήκε λίγο ελεύθερο χρόνο, προτίμησε να παίξει ένα παιχνίδι στον υπολογιστή. “Έλα μωρέ, τι θέλει κι αυτός όλη την ώρα, τι να πω μαζί του. Άσε που δεν ακούει καλά, δε βλέπει καλά. Πάλι θα νευριάσω”, σκέφτηκε. Και να που σήμερα, ένα δάκρυ δεν μπορεί να κρυφτεί και βγαίνει απ' τα μάτια της. Την ίδια στιγμή, ο Παντελής είχε γνωριστεί μ' έναν παππού και έπαιζαν αγωνία. Έχανε κιόλας. “Τι φάρδος Χριστέ μου! Σίγουρα κλέβεις!”, είπε αγανακτισμένος. “Μη σώσω”, έκανε το σταυρό του ο γέροντας γελώντας. “Τι έγινε, Παντελάκο, χάνουμε, χάνουμε;;”, τον πείραζε ο Παπαδάκης. “Τι ''χάνουμε'' δάσκαλε, με έκανε σουρωτήρι! Πάω να φύγω”, είπε ο Παντελής. “Όλοι θα φύγουμε τώρα”, του είπε ο Παπαδάκης, και κάλεσε τα παιδιά έξω.

"Λοιπόν, πάρτε τηλέφωνο τους γονείς σας να ξεκινήσουν να έρχονται να σας παίρνουν. Και μέχρι να έρθουν, πάμε και κάπου αλλού”, τους είπε. “Δάσκαλε, τι σημαίνουν όλα αυτά;;”, τον ρώτησε ο Πέτρος. “Πάρε στροφές παιδί μου, μαζούτ καις;;”, του φώναξε γελώντας. Αλλά πάλι δεν κατάλαβε.

Περπατώντας όλοι μαζί, βρέθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος, μπροστά απ' το στολισμένο δέντρο της πόλης. “Τι δουλειά έχουμε εδώ ρε δάσκαλε;;”, τον ρώτησε ο Γιάννης. “Καμία. Απλά ήθελα να σας δώσω την απάντηση σ' ένα Χριστουγεννιάτικο φόντο.”, τους είπε και γέλασε. “Λοιπόν, όλοι εσείς με ρωτήσατε χθες τι είναι τα Χριστούγεννα. Μετά απ' όλα αυτά, καταλάβατε τίποτα ή μπα;;”. Σιωπή. “Να το θέσω αλλιώς. Ποια είναι η καινούργια επιτυχία του Καρρά”. “Να πωωωω, να πωωωωωωω;;”, πήραν φωτιά τα στόματα. “Αυτό ακριβώς εννοούσα”, τους είπε και συνέχισε. “Λοιπόν, τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή, στην οποία τα τοπικά κανάλια θα δείξουν τους τοπικούς άρχοντες να πηγαίνουν στα μέρη που σας πήγα εγώ σήμερα. Να δίνουν απλόχερα τον ''ανθρωπισμό'' τους μια φορά το χρόνο, και αυτό ήταν όλο. Εσείς να φροντίσετε να μη γίνετε σαν αυτούς. Κι αν το καταφέρετε, θα δείτε ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι απλά μια γιορτή. Που ναι, είναι λαμπάκια, είναι γαλοπούλες και χριστουγεννιάτικες ταινίες, αλλά είναι και κάτι παραπάνω. Κάτι πολύ παραπάνω. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη ιδιότητά σου νικάει κάθε άλλη ιδιότητα που παίρνεις κάθε μέρα. Νικάει την ιδιότητα του βλάκα, του χαζού, του κουτοπόνηρου, που σ' έχουν μάθει να ζεις μ' αυτή”. Τα παιδιά κοιτούσαν με θαυμασμό το δάσκαλο που είχαν και δεν τον εκτιμούσαν τόσο καιρό. “Δηλαδή δάσκαλε, τι πρέπει να κάνουμε;;”, τον ρώτησε η Χριστιάνα. “Να είστε άνθρωποι. Πάνω απ' όλα και χωρίς εκπτώσεις”, της απάντησε. “Είστε ελεύθεροι από μένα, τα ξαναλέμε από Δευτέρα", τους είπε. Αποχαιρετίστηκαν και χωρίστηκαν.

Μια εβδομάδα μετά, τα παιδιά είχαν αλλάξει ριζικά τρόπο σκέψης. Οι καφετέριες της περιοχής άδειασαν. Το ίδιο και τα ηλεκτρονικά. Κάποιοι έγιναν εθελοντές στο συσσίτιο, κάποιοι έκαναν δωρεές στο γηροκομείο. Ο Παντελής πήγαινε πολύ τακτικά, μάλιστα, να παίξει αγωνία με εκείνον τον γέροντα του γηροκομείου. Και το σημαντικότερο;; Ο Παναγιώτης δεν ξαναπέταξε ποτέ τις φακές της μητέρας του, και η Σωτηρία άρχισε να επισκέπτεται κάθε μέρα τον παππού της.

"Καλά Χριστούγεννα, δάσκαλε!”, τον αποχαιρέτισαν την τελευταία μέρα πριν τις γιορτές. “Μάθαμε πολλά από σένα αυτές τις μέρες”. “Τα λέμε σε δεκαπέντε”, τους είπε. “Μην ξεχάσετε να είστε πάνω απ' όλα άνθρωποι, ε!”. “Με το οποιοδήποτε κόστος”, του είπε ο Πέτρος.

Την άλλη μέρα, μετά από πολλή ώρα ταξιδιού και περιπλάνησης, ο Παπαδάκης βρέθηκε τελικά στον προορισμό του, τη Βηθλεέμ. “Έτσι είναι η ζωή, λοιπόν. Γεννιέσαι, σταυρώνεσαι, και μετά από λίγο ανασταίνεσαι. Θα παραδειγματιστεί και κανένας άλλος, άραγε;; Θα δείξει η πορεία”, είπε. Χαμογέλασε, και μπήκε στη σπηλιά.


Το επόμενο πρωί, ήταν Χριστούγεννα. Μέσα σ' αυτή τη σπηλιά, ένα μωρό γεννήθηκε. Ξαναγεννήθηκε...

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο...

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
~K.Παλαμάς~

Ένα ωραίο παραμύθι...και τώρα… τίποτα.

Ρώτησαν κάποιον τι σημαίνει γι’ αυτόν τα Χριστούγεννα. Και είπε: «Στα παιδικά μου χρόνια ένα ωραίο παραμύθι για να κοιμάμαι γλυκά, αργότερα άγχος και τρέξιμο για να προλάβω να αγοράσω, να στολίσω, να φάω και να διασκεδάσω και τώρα… τίποτα».

Τελικά, μήπως να ξανακοιταχτούμε όλοι στον καθρέπτη της πίστης και να ρωτήσουμε την καρδιά μας αν βλέπει πουθενά το Χριστό; Φανταστείτε στο σπίτι μας να πηγαίναμε στο παιδικό δωμάτιο, να κοιτάζαμε την κούνια και… το μωρό μας να έλειπε. Να μην βρίσκαμε τίποτα. Άραγε, τι θα κάναμε; Έχει το Χριστό μέσα η φάτνη της καρδιάς μας ή είναι άδεια;

Καλά Χριστούγεννα σας εύχομαι μαζί με το Χριστό. Και, ας μην είναι τα Χρόνια μας Πολλά, αρκεί να είμαστε μαζί Του…

«Μια ευχή για να κοινωνήσω», Εξομολόγηση-χωρίς εξομολόγηση

Παρουσιάζονται κατά διαστήματα στους Πνευματικούς άνθρωποι μεγάλης συνήθως ηλικίας, σε σπάνιες περιπτώσεις στις πόλεις, αλλά πολύ συχνότερα στα χωριά και ζητούν να τους διαβάσουν (οι Εξομολόγοι) μια ευχή για να κοινωνήσουν.
Είναι προφανώς προκατειλημμένοι από μακροχρόνια επικρατούσα συνήθεια, η οποία εμφανίζεται μάλιστα και ως «παράδοση»!
Από αμνημονεύτων χρόνων, και μάλλον από της τουρκοκρατίας, λόγω απαιδευσίας κλήρου και λαού, διέφυγε το στοιχείο της εξομολογήσεως από το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως και ο λαός συνήθισε να «εξομολογείται» χωρίς να εξαγορεύει τα αμαρτήματά του, δηλ. στην ουσία χωρίς να εξομολογείται.
Προσέρχονταν στον Ιερέα και αυτός, χωρίς να τους συστήνει την εξομολόγηση, τους διάβαζε τη συγχωρητική ευχή, ή ατομικώς ή και ομαδικώς. Μετά κοινωνούσαν έχοντας προφανώς και ήρεμη τη συνείδησή τους!
Και επειδή οι άνθρωποι πάντοτε ρέπουν προς τα εύκολα, θέλουν δηλαδή λύση των προβλημάτων τους και στην προκειμένη περίπτωση των αμαρτημάτων τους, χωρίς μετάνοια και εξομολόγηση, χωρίς κόπο και θυσία, όσοι είναι αυτής της νοοτροπίας, συνεχίζουν την… «παράδοση»!
Αυτή η άγνοια και παρεξήγηση πρέπει να εκλείψει. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι, διάγοντες τον 21ον αιώνα, δεν είναι επιτρεπτό και τιμητικό οι Ιερείς να δέχονται και οι «πιστοί» να ζητούν εξομολόγηση χωρίς εξαγόρευση των αμαρτιών. Αυτός που θέλει να κοινωνήσει, πρέπει να υποδεχτεί τον Χριστό στο καθαρό «σαλόνι» της ψυχής του· και η κάθαρση της ψυχής, γίνεται με την εξομολόγηση.
Για να υποδεχτούμε στην ονομαστική μας γιορτή τους επισκέπτες μας, καθαρίζουμε μέρες το σπίτι μας και στολίζουμε ιδιαίτερα το σαλόνι μας. Εάν αυτά τα προσέχουμε για τους ανθρώπους, πώς θα υποδεχτούμε τον Χριστό με τη Θ. Κοινωνία στην καρδιά μας, χωρίς να την καθαρίσουμε από τις ποικίλες αμαρτίες που καθημερινά κάνουμε, χωρίς να εξομολογηθούμε; Γίνεται να βάλουμε τον επισκέπτη μας να καθίσει σε κάθισμα λερωμένο; Όταν δεν συμμετέχουμε σωστά στο μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως μοιάζει σαν να μη νοιώθουμε πού βάζουμε να «καθίσει» ο Χριστός.
Έκτος αυτών πρέπει να γνωρίζουμε ότι η εξαγόρευση των αμαρτιών μας είναι τελείως απαραίτητη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι (η εξαγόρευση) αποτελεί ένα από τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου και χωρίς αυτό δεν υπάρχει Μυστήριο. Δεύτερον, διότι ο Εξομολόγος όταν διαβάζει τη σχετική ευχή μετά την εξομολόγηση του εξομολογουμένου, λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες που ήδη έχει πει ο εξομολογούμενος (και όχι αυτές που δεν είπε).
Επομένως, ποτέ ξανά να μη πει κανείς: «Μια ευχή για να κοινωνήσω». Αλλά όταν θέλω να κοινωνήσω προετοιμάζομαι για την εξομολόγησή μου με τη βοήθεια κάποιου βοηθήματος και πάω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου μετανοιωμένος και αποφασισμένος να διορθωθώ.
Δεν εξομολογούμαι από φόβο ή από συνήθεια, ούτε για να φύγει το βάρος που έχω μέσα μου. Δεν εξομολογούμαι δύο – τρεις μόνο αμαρτίες για να αναπαύσω τη συνείδησή μου ή για να απαλλαγώ από τις ενοχές που με βαραίνουν.
Εξομολογούμαι γνωρίζοντας ότι, όποιες αμαρτίες μου αποκρύπτω ή «τις ξεχνώ», όποιες παρουσιάζω συγκεκαλυμμένες για να μη φανεί το μέγεθος ή το είδος της αμαρτίας μου και όποιες ωραιοποιώ από ντροπή, μένουν αθεράπευτες και οι πληγές των αμαρτιών μου με μολύνουν. Στη Θεία Κοινωνία που ακολουθεί, η Θεία χάρη μένει ανενέργητη, διότι ο Χριστός δεν αναπαύεται μέσα μου, επειδή είμαι «ακάθαρτος». Εξομολογούμαι διότι αμάρτησα· προς τον Θεό, προς τον πλησίον μου (τον οποιονδήποτε) και προς τον εαυτό μου.
Εξομολογούμαι διότι ανακαλύπτω και αναγνωρίζω όλες τις αμαρτίες που έκανα, διότι μετανοιώνω γι’ αυτές και τις καταθέτω χωρίς ντροπή στον Πνευματικό μου. (Όσες τυχόν τις ξέχασα και τις θυμήθηκα καθυστερημένα τις σημειώνω, για να μη τις ξεχάσω πάλι και τις λέω στην επόμενη εξομολόγησή μου).
Εξομολογούμαι, διότι θέλω να λάβω τη συγχώρηση και την ευλογία του Θεού, ώστε να ζήσω από δω και μπρος, όπως θέλει ο Θεός εν μετάνοια και υπακοή στο νόμο Του.