ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ..-Π.ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΝΑΝΟΥ

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ Ι.ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ ΒΥΡΩΝΑ ,ΟΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΑΒΒΑΤΟ 11/03/17 .


Ἀληθινή καί ὄχι ψεύτικη χαρά



«Ἀληθινὴ κι᾿ ὄχι ψεύτικη χαρὰ νοιώθει μονάχα ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸ μέσα του, κ᾿ εἶναι ταπεινός, πρᾶος, γεμάτος ἀγάπη. Ἀληθινὴ χαρὰ ἔχει μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ξαναγεννήθηκε στὴν ἀληθινὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ χαρὰ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ ποὺ πονᾶ καὶ θλίβεται γιὰ τὸν Χριστό, καὶ βρέχεται ἀπὸ τὸ παρηγορητικὸ δάκρυο τὸ ὁποῖο δὲν τὸ γνωρίζουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, κατὰ τὸν ἅγιο λόγο ποὺ εἶπε τὸ στόμα τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4), «Καλότυχοι ὅσοι εἶναι λυπημένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε.» Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει:… «Καλότυχοι ὅσοι κλαίτε τώρα, γιατὶ θὰ γελάσετε.» (Λουκ. στ´ 21).
Ὅποιος λυπᾶται καὶ ὑποφέρνει γιὰ τὸν Χριστό, πέρνει παρηγοριὰ οὐράνια καὶ εἰρήνη ἀθόλωτη. Παράκληση δὲν θὰ πεῖ παρακάλεσμα, ἀλλὰ παρηγοριά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος, δηλαδὴ Παρηγορητής, ἐπειδὴ ὅποιος τὸ πάρει, παρηγοριέται σὲ κάθε θλίψη του καὶ βεβαιώνεται καὶ δὲν φοβᾶται τίποτα. Κι᾿ αὐτὴ ἡ βεβαιότητα ποὺ δέχεται μυστικά, τὸν κάνει νὰ χαίρεται πνευματικά. Καὶ πάλι λέγει ὁ Κύριος παρακάτω στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία: «Μακάριοι ἐστὲ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ,» (Ματθ. ε´ 11). Καὶ κατὰ τὸν μυστικὸ Δείπνο εἶπε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους: «Ἀμήν, Ἀμήν λέγω ὑμίν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται• ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑμίν εἰς χαρὰν γενήσεται.» (Ἰω.ιστ´ 20).
Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ τὰ λένε χαρὲς οἱ ἄνθρωποι, δὲν είναι ἀληθινὲς χαρές• μιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρά, τούτη ἢ ἡ πονεμένη χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ξαγοράζεται μὲ τὴ θλίψη, γιὰ τοῦτο κι᾿ ὁ Κύριος τη λέγει «πεπληρωμένη», δηλ. τέλεια, ἀληθινή, σίγουρη. (Ἰω. ιστ´ 25). Κι᾿ ὁ ἅγιος Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του λέγει πολλὰ γι᾿ αὐτὴ τὴ βλογημένη θλίψη ποὺ εἶναι συμπλεγμένη μὲ τὴ χαρά: «Ἡ λύπη γιὰ τὸν Θεό, λέγει, φέρνει ἀμετάνοιωτη μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία (δηλ. ἡ λύπη ποὺ νοιώθει ὅποιος πιστεύει στὸν Θεό, κάνει ὥστε ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοιώσει καὶ νὰ σωθεῖ, χωρὶς νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ γυρίσει πίσω στὴν ἁμαρτία), ἐνῶ ἡ λύπη τοῦ κόσμου φέρνει τὸν θάνατο.» (Κορινθ. Β´, ζ´ 10).
Κι᾿ ἀλλοῦ λέγει πὼς οἱ χριστιανοὶ φαίνουνται στοὺς ἀσεβεῖς πὼς εἶναι λυπημένοι, μὰ στ᾿ ἀληθινὰ χαίρουνται: «ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες,» (Κορινθ. Β´, στ´ 10). Ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν παντοτινὴ χαρὰ φτερωμένος ὁ ἅγιος Παῦλος, γράφει ὁλοένα στοὺς μαθητάδες του: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε!» (Φιλιπ. δ´ 4). «Πάλιν χαρῆτε.» (Φιλιπ. β´ 28). «Πάντοτε χαίρετε.» (Θεσσαλ. ε´ 16).
«Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε.» (Κορινθ. Ζ΄16)


Τοῦ Φώτη Κόντογλου

"Χριστός Ανέστη, χαρά μου!!"



Με αυτές τις τέσσερεις λέξεις χαιρετούσε όλο τον χρόνο
ο άγιος παππούλης της Ρωσίας, ο μέγας Σεραφείμ του Σάρωφ.
«Χριστός Ανέστη, χαρά μου!".
Καταυγαζόμενος από το φως της Αγάπης, βίωνε χαρά στην κάθε συνάντηση με τους πάντες και τα πάντα !!
Η επί γης πορεία του Χριστού κι η ανάστασή Του έσπασε τους φραγμούς της ξεχωριστότητας και έφερε την παραδείσια χαρά.
Είμαστε γεννημένοι από αγάπη και χαρά, προορισμένοι για αγάπη και χαρά! Ως πότε θα καταδεχόμαστε να διαλέγουμε άλλους δρόμους;
Το «Χριστός Ανέστη!», το αδιανόητο της Ανάστασης, είναι η πιο χαρμόσυνη είδηση για το ανθρώπινο γένος! Είδηση που αν την αφήναμε να μας διαποτίσει, θα βλέπαμε τον κόσμον όλο με άλλα μάτια!
Όπως τον βλέπουν και τον ζούν οι άγιοι, οι δίκαιοι, οι τρελαμένοι από Θεία Χαρη!
Κάθε τόσο τρελαινόμαστε κι από κάτι! Φαντάσου να τρελαθούμε από την ίδια τη Θεία τη Χάρη!! Τι άλλο να περιμένεις; Τι καλύτερο να προσδοκάς; Από τι μεγαλύτερο να ευφρανθείς;
Δες! Μόνον όσοι κατάφεραν να αποστασιοποιηθούν απ' τη γνώμη του κόσμου, απ τις προσπάθειές του να σε χειραγωγεί, αναπνέουν ΕΛΕΥΘΕΡΑ!
Ο Χριστός ήρθε να καταργήσει τις τάξεις, να βγάλει τη γλώσσα στις φοβίες που θεωρούμε πως μας προκαλούν οι άλλοι κι ο εαυτός μας!


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!
...και τα πάντα πεπλήρωται Φωτός!!!

Διακαινήσιμος εβδομάδα: Γιατί ονομάζεται έτσι


Ολόκληρη η εβδομάδα από το άγιο Πάσχα μέχρι την επομένη Κυριακή, δηλαδή, την Κυριακή του Θωμά, λέγεται «διακαινήσιμος». Γιατί ονομάζεται έτσι;



Στην πάλαια εποχή στην Εκκλησία υπήρχε η τάξη των Κατηχουμένων, όσων δηλ. προέρχονταν από τους ειδωλολάτρες ή τους Ιουδαίους και διδάσκονταν τις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως για να γίνουν μέλη της με το μυστήριο του Βαπτίσματος. Το Βάπτισμα δεν ήταν τότε ατομικό ή οικογενειακό γεγονός, όπως σήμερα, αλλά γεγονός που αφορούσε το πλήρωμα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό οι Κατηχούμενοι βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μ. Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα. Με το βάπτισμα στο νερό ο «παλαιός άνθρωπος», ο άνθρωπος της αμαρτίας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος πεθαίνει και γεννιέται ο νέος, ο ανακαινισμένος, ο καινούριος που ζει την αναγέννηση, την ανανέωση. Η εβδομάδα που ακολουθούσε το Πάσχα ονομάζεται «διακαινήσιμος» γι’ αυτό το γεγονός της ανακαινίσεως. Επειδή οι βαπτισμένοι ολόκληρη την εβδομάδα φορούσαν λευκά φορέματα ονομάζεται και «λευκή εβδομάδα».

Οι εφτά ημέρες της διακαινησίμου εβδομάδας θεωρούνται ως «μία» ημέρα, όπως η Κυριακή του Πάσχα. Οι πιστοί σύμφωνα με τον 66ο Κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου πρέπει να τη γιορτάζουν με πνευματική ευφροσύνη, δηλ. ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους, όχι με χορούς και διασκεδάσεις, συμμετέχοντας όλη την εβδομάδα στη λατρεία της Εκκλησίας κοινωνώντας καθημερινά, άνκαι την προηγουμένη ημέρα έφαγαν αρτύσιμα φαγητά, συνανιστάμενοι με τον αναστημένο Κύριο. Κατά τη διακαινήσιμη εβδομάδα τρώμε κρέας και την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ο πένθιμος χαρακτήρας της νηστείας δεν έχει θέση στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. «Κατά δε την εβδομάδα της Διακαινησίμου ακινδύνως κρεωφαγήσομεν (να τρώμε κρέας) κατά την αυτής Τετράδα και Παρασκευήν· ως μία γαρ λογίζεται Κυριώνυμος το επταήμερον τούτο διάστημα».

Κατά τη διακαινήσιμη εβδομάδα ψάλλεται καθημερινά η ακολουθία του Πάσχα χωρίς το «Δεύτε λάβετε φως», που είναι μεταγενέστερη συνήθεια και που δεν αναφέρεται στα έντυπα Πεντηκοστάρια. Η ακολουθία αυτή έγινε κατά μίμηση της ακολουθίας του «αγίου φωτός» του ναού του Παναγίου Τάφου των Ιεροσολύμων.

Και γιατί γιορτάζουμε κάθε χρόνο τη «Διακαινήσιμο» εβδομάδα; Πολλοί απαντούν. Για λόγους ιστορικούς. Η Εκκλησία δεν ζει όμως με το παρελθόν. Ο λόγος του εορτασμού είναι καθαρά πνευματικός. Ποιός; Επειδή λόγω των αμαρτιών μας μολύνουμε τον λευκό χιτώνα του βαπτίσματος χρειαζόμαστε με τη μετάνοια εξαγιασμό. Χρειάζεται πάλι να γίνουμε ναός του Αγίου Πνεύματος. Όπως λέει ο απ. Παύλος «εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4). Χρειαζόμαστε λοιπόν εγκαίνια, αναγέννηση, ανανέωση. «Εγκαινίζεσθε, αδελφοί», λέει ένα τροπάριο, « και αφού αφήσετε τον παλαιό άνθρωπο να ζείτε την καινούρια ζωή». Ή όπως ψάλλει ένας άλλος ύμνος: «Επίστρεψε στον εαυτό σου άνθρωπε! Γίνε καινούριος, αντί παλιός και γιόρταζε τα εγκαίνια (την ανανέωση) της ψυχής σου. Όσο είναι καιρός η ζωή σου ας αναγεννηθεί».

Η «διακαινήσιμος εβδομάδα» γίνεται για τους πιστούς αφορμή πνευματικής καρποφορίας και καλής αλλοιώσεως.

Ποιος ήταν Σίμων ο Κυρηναίος που κουβάλησε το Σταυρό του Χριστού; Τι απέγινε μετά;



Υπάρχουν πρόσωπα στην Καινή Διαθήκη τα οποία, μολονότι διαδραμάτισαν κάποιο ρολό στο πασχαλινό δράμα, χάθηκαν από την ιστορία της χριστιανικής ζωής. Και ένα από αυτά είναι αναμφισβήτητα ο Σίμωνας ο Κυρηναίος τον οποίο όλοι οι ιερείς μιμούνται κατά την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης μεταφέροντες τον Σταυρό του Χριστού, αλλά για τον οποίο δεν γνωρίζουμε παρα τις λίγες λέξεις που μας παραδίδουν τα Ευαγγέλια.

Αφού πιάστηκε από τους οπλοφόρους του Ναού τους οποίους έστειλαν οι αρχιερείς,ο Ιησούς μεταφέρθηκε κατά σειρά στον Άννα, έπειτα στον Καΐάφα τους Αρχιερείς και τέλος στην πολιτική εξουσία, τον Πόντιο Πιλάτο,ώστε να επικυρώσει απλώς την ετυμηγορία του θανάτου που είχαν επιβάλλει οι πνευματικοί καθοδήγητες του λαού.

Ο Πιλάτος θα προσπαθήσει να σώσει τον Ιησού όχι μόνο διότι κατάλαβε ότι «δια φθόνου» του τον παρέδωσαν οι αρχιερείς ,αλλά και διότι η γυναίκα του τον είχε προειδοποιήσει τι πολλά «έπαθε στον ύπνον δι’αυτόν». Ο φόβος όμως για τις τυχόν καταγγελίες των αρχιερέων προς την Ρωμαίικη εξουσία ανάγκασε τον Πιλάτο να παραδώσει τον Ιησού στους στρατιώτες να τον βασανίσουν και να τον σταυρώσουν. Οι στρατιώτες αφού τον βασάνισαν με ποικίλους τρόπους (έφεραν επ’αυτον όλη την σπείρα), τον ανάγκασαν να άρει τον σταυρόν του και να βαδίσει προς τον Γολγοθά.

Βασανισμένος, εξουθενωμένος, πληγωμένος ο Ιησούς με δυσκολία κουβαλούσε τον Σταυρό επιβαρυμένο με όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Κατέρρεε σχεδόν σε κάθε πέντε-δέκα βήματα. Κοντά Του βρίσκονταν περισσότερες γυναίκες που συνόδευαν την Μητέρα Του και μάλλον πολλά νεαρά άτομα που τον χλεύαζαν. Ολοί οι Μαθητές Του είχαν εξαφανισθεί…

Ξαφνικά εμφανίσθηκε ερχόμενος από τους αγρούς ένας γεροδεμένος αγρότης με τα δύο του παιδιά. Επρόκειτο για τον Σίμωνα τον Κυρηναίο και τα δυο παιδιά του, Αλέξανδρο και Ρούφο. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν έχασαν την ευκαιρία και του έδωσαν την εντολή να κουβαλήσει εκείνος τον Σταυρό του Ιησού. Ο Σίμωνας πήρε στους ώμους του τον βαρύ Σταυρό και τον κουβαλήσε μεχρι τον τοπο της εκτελέσεως. Ήταν η μοναδική βοήθεια που δέχθηκε από άνθρωπο ο Θεάνθρωπος στο έργο της Σωτηρίας!

Ο Άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης επισημαίνει ότι ο Ιησούς κουβάλησε μόνος Του καθ’ολη την διαδρομή τον Σταυρό. Η παράβλεψη μπορεί να οφείλεται πιθανόν στο γεγονός, ότι ο Άγιος Ιωάννης δεν συνόδεψε την πομπή για τον Γολγοθά, αλλά έφυγε από την αυλή των αρχιερέων και συνάντησε την Παναγία αργότερα στα πόδια του Σταυρού, όταν και ο Ιησούς εμπιστεύθηκε την μητέρα του στην φροντίδα του αγαπημένου του μαθητή.

Μα ποιος ήταν αυτός ο Σίμωνας; Οι τρεις ευαγγελιστές (Μτ 27.32, Μκ 15,21-22 και Λκ 23.26) τον ονομάζουν «Κυρηναιον». Η Κερύνεια (στα βόρεια της σημερινής Λιβύης) ήταν παλαιά Ελληνική αποικία, η όποια διέθετε μεγάλη παροικία Εβραίων. Η παροικία αυτή αριθμούσε, κατά τον Δ” αιώνα π.Χ. περί τους 100.000 Εβραίους. Πολλοί από αυτούς έρχονταν κατ” ετος στα Ιεροσόλυμα για το Πάσχα των Ιουδαίων.



Εκεί οι Κυρηναιοι κατείχαν και μια μεγάλη συναγωγή. Παρόμοιες παροικίες υπήρχαν και στην Αντιόχεια (πρ.11,20), όπου αργότερα οι Κυρηναιοι θα κηρύξουν το Ευαγγέλιο στους Έλληνες. Είναι πιθανόν ο Σίμωνας να είχε εγκατασταθεί στα Ιεροσόλυμα, εφόσον έρχονταν από τον αγρό. Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι ο Σίμωνας ,ως Λίβυος, ήταν έγχρωμος-μαύρος-γεγονος που θα εξηγουσε και την αγγαρευση του να άρει τον Σταυρό. Αλλα εκτος απο κάποιο Ρωμαίο πολιτη, οι Ρωμαιοι στρατιώτες δεν θα δισταζαν να υποχρεωσουν και οποιονδηποτε αλλον προς αυτή την αγγαρεια.

Για τον Σίμωνα,τον άνθρωπο αυτο που βοηθησε την δυσκολη στιγμη τον Θεανθρωπο, η Ιστορια δεν μας δινει και πολλες πληροφοριες. Το ετος 1941, ενας αρχαιολογος ανακαλυψε σε κάποιο ταφο Κυρηναιων στην Κοιλαδα των Κεδρων ενα οστεοφυλακιο με την επιγραφη Αλεξανδρος ο υιος του Σίμωνος. Επειδη ο Ταφος χρονολογειται απο το ετος 70 μ.Χ,οι ερευνητες θεωρουν οτι προκειτε για τον Αλεξανδρο τον υιο του Σιμωνος, ο οποιος μαζι με τον αδερφο του Ρουφο εγιναν Χριστιανοι και συνοδεψαν τους αποστολους Πετρο και Παυλο στην Ρωμη.

Μια αρχαία παράδοση λέει οτι κατά την διαδρομή προς τον Γολγοθα ο Ιησούς γύρισε μια φορα το κεφάλι Του προς τον Σίμωνα που ακολουθούσε με τον Σταυρό και τον ευχαρίστησε.Ο Σίμωνας αισθάνθηκε ξαφνικά οτι ο Σταυρός ελάφρυνε και η καρδιά του γέμισε απο χαρά. Δέν έφυγε αμεσως. Παρέμεινε κοντά στον τοπο μεχρι το τέλος και φώναξε μαζι με τον Ρωμαίο στρατιώτη,»Πράγματι αυτος ήταν ο Υιός του Θεού». Έπειτα βαπτίσθηκε χριστιανός, αλλά δεν κουβάλησε ποτέ αλλον Σταυρό στην πλάτη του.

Ο Σίμωνας φέρεται ως ο πρώτος Αφρικανός Χριστιανός Άγιος.

Επιμέλεια κειμένου Χώρα Του Αχωρήτου

Σίμων Κυρηναίος…

Αυτή τη γιορτή σπάνια τη θυμάσαι… μα κι οι εορτάζοντες- οι αληθινοί εορτάζοντες- δεν επιθυμούν ευχές, ούτε χειροκροτήματα ούτε δώρα. Την αρχή την έκανε ένας γίγαντας: Σίμων Κυρηναίος το όνομά του και το έργο του, τρομακτικό αλλά συγκλονιστικό: κλήθηκε να σηκώσει το Σταυρό για λογαριασμό του Θεανθρώπου… Ο Σίμων ο Κυρηναίος είναι ο μοναδικός άνθρωπος που φέρεται να βοήθησε ένα Θεό. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι ο άνθρωπος που ζητά και ο Θεός που βοηθάει… σε κάθε άλλη περίπτωση, αλλά όχι σ” αυτήν. Μοναχά ο Σίμων για μια στιγμή ήταν πιο δυνατός από το Θεό, αλλά αντί να παρασυρθεί στην δύνη της πλανερής ανωτερότητάς του, υπέταξε την πρόσκαιρη δύναμή του στην υπηρεσία του αδύναμου Θεού… έτσι έγινε ο σημαιοφόρος μιας ομάδας παράξενης και συγκλονιστικής, μέλη της οποίας μπορεί να συναντήσει κανείς στα πιο συνηθισμένα και στα πιο ασυνήθιστα μέρη: όπου υπάρχει Γολγοθάς και Σταυρός και Άνθρωπος που λυγάει από το βάρος του μαρτυρίου του…

Μαζί με τη σταύρωση τιμάται και ο Σίμων ο Κυρηναίος, ακόμα κι αν κανείς δεν τον θυμάται ανήμερα της Θλιβερής προσφοράς του… δεν τον πειράζει όμως η λησμονιά… του αρκεί που σηκώνει το Σταυρό κάποιου δυνατού που λύγισε… Άλλωστε ποτέ ένας αληθινός Σϊμων Κυρηναίος δε γοητεύτηκε από τις κραυγές και τα πλήθη… για εκείνον η πορεία προς το Γολγοθά χωρά δύο ανθρώπους δακρυσμένους: έναν Δυνατό που κουράστηκε κι ένα γίγαντα που συμπαραστάθηκε…



ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΣΙΔΕΡΗ,ΘΕΟΛΟΓΟΥ,ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ

«Πάσχα εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα»

του Σωτηρίου Δ. Μασταγκά

Τι υπογραμμίζει, σήμερα αλλά και πάντοτε, η Ανάσταση; Την ακρογωνιαία αλήθεια πως ο άνθρωπος σώθηκε δια της χάριτος του Χριστού και ότι, για να γίνουμε κι εμείς δεκτικοί αυτής της χάριτος, πρέπει να ακτινοβολούμε αγάπη, να είμαστε γεμάτοι από χάρι για τους άλλους.

Αν είμαστε πραγματικά τέκνα της Ανάστασης του Κυρίου, αν αληθινά ο Χριστός είναι Κύριός μας, αυτό το δείχνουμε αγαπώντας όλους τους ανθρώπους, ευλογώντας εκείνους που μας πίκραναν, ευεργετώντας τους ανάξιους αγάπης, υπηρετώντας τους εχθρούς μας.
Αυτό είναι το μεγαλείο του Χριστιανισμού. Αν αποξενωθούμε από το αναστάσιμο μεγαλείο, τότε καμία επίφαση κοσμικής αρετής και ευσέβειας δεν μπορεί να μας σώσει.
«Πάσχα της αφθαρσίας, του κόσμου σωτήριον». Το Πάσχα μας φωτίζει με το φως της ταπεινοφροσύνης, χορηγώντας μεγαλόδωρα τη βεβαιότητα της αθανασίας. Προσκαλεσμένοι στον πανηγυρισμό της Ανάστασης, έχουμε πρωταρχικό το χρέος της αγάπης. Να μην περιμένουμε να σκιρτήσει για μας η μεγάλη καρδιά του Χριστού, αν η δική μας καρδιά είναι παγωμένη και αδιάφορη. Το φως της αναστάσιμης αγάπης δεν μας αγγίζει, αν η «αρετή» μας είναι υπολογιστική, ψυχρή και άκαρδη.
Το Πάσχα μάς μιλά σήμερα και στους αιώνες με τη γλυκειά λαλιά της αγάπης. Ο Θεός μας τράβηξε κοντά με το ακένωτο έλεός του, μας άγγιξε με την αγάπη του. Μέσα στο φως της Ανάστασης, ο Χριστός μας συμφιλιώνει και μας δείχνει να γίνουμε «δούλοι» της αγάπης όλων των ανθρώπων, αξίων και αναξίων, καλών και κακών. Αυτό είναι το μυστήριο που ανακαινίζει τον άνθρωπο και στηρίζει τον κόσμο.
«Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται». Μέσα σ’ έναν κόσμο αναστατωμένο, που βλέπει τους θεσμούς του να χρεοκοπούν, εμείς οι Χριστιανοί ας μη γίνουμε υποχείριοι αυτής της κατάπτωσης, ας αντισταθούμε στον κατακλυσμό της κακότητας, ας μην επιτρέψουμε το πονηρό πνεύμα να μας ρυμουλκεί και να μας εκκοσμικεύει. Τότε μόνον η Ανάσταση του Χριστού θα μπορεί να φωτίζει, να δίνει νόημα στη ζωή και να στηρίζει την πίστη και την αγάπη μας στον κόσμο.

ΠΑΣΧΑ ΙΕΡΟΝ ΗΜΙΝ ΣΗΜΕΡΟΝ ΑΝΑΔΕΔΕΙΚΤΑΙ

«Πάσχα ἱερόν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται, Πάσχα καινόν ἅγιον, Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον, Πάσχα Χριστός ὁ Λυτρωτής, Πάσχα ἄμωμον, Πάσχα μέγα. Πάσχα τῶν πιστῶν, Πάσχα τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοίξαν, Πάσχα πάντας Ἁγιάζον πιστούς». Πάσχα, φιλέορτοι χριστιανοί, σημαίνει «πέρασμα». Εἶναι τό πέρασμα ἀπό τήν φθοράν εἰς τήν ἀφθαρσίαν! Ἡ ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί ἡ μετάβασις εἰς τήν ἐν Χριστῶ ζωήν. 
  
Πάσχα ἑώρτασαν κατ' ἐντολήν τοῦ Θεοῦ πρῶτοι οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἑώρτασαν τήν ἐλευθερίαν των ἀπό τήν σκλαβιά τοῦ Φαραῶ τῆς Αἰγύπτου. «Εἶπεν δέ Μωυσῆς πρός τόν λαόν, μνημονεύετε τήν ἡμέραν ταύτην ἐν ἧ ἐξήλθατε ἐκ γῆς αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας ἐν γάρ χειρί κραταιά ἐξήγαγεν ὑμᾶς κύριος» (Ἐξ. 13:3). Ἐκεῖνο τό Πάσχα ἦτο ὁ τύπος τοῦ δικοῦ μας χριστιανικοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Πάσχα. Ἡμεῖς οἱ χριστιανοί ἑορτάζοντες τήν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ παραλλήλως ἑορτάζομεν καί τήν δική μας συνανάστασιν καί τήν ἐλευθερίαν,  ἀπό τήν σκλαβιά τοῦ παμφάγου Ἅδου. Ἑορτά­ζομεν τήν ἀπελευθέρωσίν μας ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλῶντας γιά τό δικό μας Πάσχα λέγει: «Ἡ δική μας ἑορτή τοῦ Πάσχα συνίσταται στό γεγονός ὅτι θυσιάστηκε γιά χάρη μας ὁ Χριστός» (Α΄ Κορινθίους 5:7). Αὐτό εἶναι τό ἀληθινό Πάσχα, τό ὁποῖον ὅμως ἠρνήθησαν καί ἀρνοῦνται οἱ Ἑβραῖοι, διότι παρέμειναν εἰς τό γράμμα τοῦ νόμου, καί δέν ἐπίστευσαν εἰς τόν Λυτρωτήν Χριστόν, ἀλλά καί τόν ἐσταύρωσαν, ἐνῶ ἐπολέμησαν μέ λύσσαν τήν ἀνάστασίν Του καί ἐπλήρωσαν τούς στρατιώτας νά εἰποῦν ὅτι «ἡμῶν κοιμωμένων ἦλθον οἱ μαθηταί του καί ἔκλεψαν τόν νεκρόν», ἐνῶ καί μέχρι σήμερον μέ μῖσος συνεχῶς αὐξανόμενον συνεχίζουν νά πολεμοῦν ἀρνούμενοι τόν Μεσσίαν, τόν Σταυρόν καί τήν ἀνάστασίν του, καί «ξανασταυρώνοντες». 
  
Συμβαίνει ὅμως καί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί νά μή ἀντιλαμβανώμεθα τήν μεγάλη σημασία τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν ἑορτάζωμεν ἀληθινά, τό χριστιανικόν Πάσχα, ἀλλ' ὡς Ἰουδαῖοι νά πολεμῶμεν τόν ἀναστάντα Σωτῆρα καί Λυτρωτή μας. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ καί μᾶς παρακαλεῖ: «Μή ὡς Ἰουδαῖοι ἑωρτάσωμεν τό Πάσχα», ἤτοι «μή ἐν ἀζύμοις κακίας καί μοχθηρίας»,ἐνῶ μᾶς ὑποδεικνύει καί τόν ἀληθινόν τρόπον συμμετοχῆς μας εἰς τήν λαμπράν αὐτήν ἑορτήν, ἤτοι εἰς τό ἀληθινόν Πάσχα. Μᾶς παρέλαβεν ἀπό τήν ἀρχήν τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μᾶς εἰσήγαγεν κατόπιν εἰς τό πέλαγος τό πνευματικόν, ἤτοι εἰς «τό στάδιον τῶν ἀρετῶν» καί ἀφοῦ εἰς τήν συνέχειαν εἰς τό μέσον τοῦ πελάγους (Κυριακήν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως) μᾶς ἐκάλεσε νά προσκυνήσωμεν τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί νά δοξάσωμεν τήν Ἀνάστασίν Του, μᾶς εἰσήγαγεν κατόπιν καί εἰς τό στάδιον τῆς Μεγάλης ἑβδομάδος, καί μᾶς ἐκάλεσε νά «συμπορευθῶμεν αὐτῶ καί νά συσταυρωθῶμεν, ἵνα καί συζήσωμεν αὐτῶ». Καί μᾶς ὑπέμνησεν, ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὅτι: «καθ' ὅλην αὐτήν τήν Μεγάλην ἑβδομάδα, ὁ χρόνιος τοῦ διαβόλου ἐλύθη δεσμός, ὁ θάνατος ἐσβέσθη, ὁ ἰσχυρός ἐδέθη, τά σκεύη αὐτοῦ διηρπάγησαν, ἡ ἁμαρτία ἀνηρέθη, ἡ κατάρα κατελύθη, ὁ Παράδεισος ἠνεώχθη, ὁ Οὐρανός βάσιμος γέγονεν, ἄνθρωποι ἀγγέλοις συνεμίγησαν, τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη, τό θριγγίον περιηρέθη, ὁ τῆς εἰρήνης Θεός εἰρηνοποίησε τά ἄνω καί τά ἐπί τῆς γῆς». Μᾶς ὑπέδειξεν αὐτόν τόν δρόμον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτος ἐκεῖνος τόν ἐβάδισεν, καί μᾶς ἐκάλεσε νά τόν βαδίσωμεν καί ἡμεῖς ἐνατενίζοντες πρός τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως. 
  
Καί σήμερον, Κυριακήν τῆς Λαμπροφόρου Ἀναστάσεως, «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον τῆς σωτηρίας μας καί Λυτρωτήν μας, τόν Σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Χριστόν. «Λαμπρυνόμεθα τῆ πανηγύρει» χωρίς νά ξεχνῶμεν τόν Σταυρό καί χωρίς νά φοβούμεθα τόν θάνατον, «ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». 
  
Ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίω πνευματικά, εἶναι ἡμέρα χαρᾶς, καί ἀγαλλιάσεως. Εἶναι ἡ λαπροτέρα ἡμέρα τῆς χριστιανοσύνης. Τά πάντα σήμερα γίνονται φαιδρά καί χαρμόσυνα, διότι «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Ἡ ἡμέρα αὐτή τῆς ἀναστάσεως ξεχωρίζει ἀπό ὅλας τάς ὑπολοίπους ἡμέρας, εἶναι ἡ «ἑορτή τῶν ἑορτῶν» καί ἡ «πανήγυρις τῶν πανηγύρεων». 
  
Σήμερα, πού ἀπό τούς σταυρωτάς τοῦ Χριστοῦ συνεχίζεται ὁ πόλεμος κατά τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, ἄς ἀκούσωμεν τόν λόγον καί τήν προτροπήν τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ἀφ' ἑνός «Μή ὡς Ἰουδαῖοι ἑορτάσωμεν τό Πάσχα», καί ἀφ' ἑτέρου ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τά κατηχητικά λόγια-προτροπήν τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος (φίλος τοῦ Χριστοῦ), ἄς ἀπολαύση αὐτήν τήν λαμπράν πανήγυριν. Ἄν κάποιος εἶναι δοῦλος εὐγνώμων, ἄς εἰσέλθη ἐν χαρά εἰς τήν εὐφροσύνην τοῦ Κυρίου του. Ἄν κάποιος ἐκοπίασε νηστεύοντας, ἄς πάρει τώρα τό δηνάριο. Ἄν κάποιος ἐργάστηκε ἀπό τήν πρώτην ὥραν, ἄς δεχθῆ τώρα τόν μισθό πού τοῦ Ὀφείλεται. Ἄν κάποιος ἦρθε μετά τήν τρίτην ὥρα, ἄς γιορτάση εὐχαριστῶντας. Ἄν κάποιος ἦρθε περί τήν ἕκτην ὥραν, ἄς μή ἀμφιβάλλη καθόλου, γιατί δέν ζημιώνεται καθόλου. Ἄν κάποιος ἦρθε καθυστερημένος τήν ἐνάτη ὥρα, ἄς πλησιάση χωρίς ἐνδοιασμόν. Ἄν κάποιος ἔφτασε μόλις τήν ἐνδεκάτην ὥραν, ἄς πλησιάση καί αὐτός χωρίς καθόλου νά δειλιάζη. Γιατί ὁ Κύριος, ὄντας φιλότιμος, δέχεται καί τόν τελευταῖον ὅπως καί τόν πρῶτον. ἀναπαύει ἐκεῖνον πού ἦρθε τήν ἐνδεκάτη ὥρα, ὅπως καί ἐκεῖνον πού ἐργάστηκε ἀπό τήν πρώτην. Καί τόν τελευταῖον ἐλεεῖ, καί τόν πρῶτον τόν βραβεύει. Καί σ' ἐκεῖνον δίνει, καί σ' αὐτόν χαρίζει. Καί τά ἔργα τά δέχεται, καί τήν θέλησιν ἐκτιμᾶ. Καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ, καί τήν διάθεσιν τήν ἐπαινεῖ. Εἰσέλθετε λοιπόν ὅλοι εἰς τή χαράν τοῦ Κυρίου μας». 
  
«Ἀναστήτω, λοιπόν, ὁ Θεός» καί μέσα εἰς τήν καρδιά τοῦ καθενός μας. Ἀναστήτω ὁ Θεός καί εἰς τήν δεινοπαθοῦσαν ἀπό τούς Σταυρωτάς τοῦ Χριστοῦ πατρίδα μας, ἀναστήτω καί εἰς ὅλον τόν κόσμον, καί «διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτοῦ» οἱ μισοῦντες αὐτόν. Οἱ θέλοντες νά συστήσουν σήμερον τήν παγκόσμιον τοῦ ἀντιχρίστου κυριαρχίαν (παγκοσμιοποίησιν), «ἐκλιπέτωσαν ὡς ἐκλείπει καπνός» καί «ὡς τήκεται κηρός ἀπό προσώπου πυρός». Αὐτή ἡ ἡμέρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν Ὀρθοδόξων, εἶναι ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος καί Θεός μας, «ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῆ» καί βοήσωμεν σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἀπ' αἰῶνος εὐαρεστήσασιν: «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτω θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ.  

«Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην...»



Το έργο της αμαρτίας είχε συντελεσθεί. Ο άνθρωπος είχε φθάσει στο έσχατο σημείο της τόλμης του· εσταύρωσε τον Θεόν!
Ο Υιός του ανθρώπου είχε έλθει στην έσχατη ταπείνωση, «κατήλθεν εν τοις κατωτάτοις της γης». Η θεία δικαιοσύνη είχε πληρωθεί. Ένα, ακόμη, υπολείπεται, η δικαίωση, η ανάσταση. Τούτο το γεγονός, της αναστάσεως το μέγα θαύμα, εορτάζει ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος, τη δικαίωση της θείας ενανθρωπήσεως, την αποκατάσταση της ηθικής τάξεως στον κόσμο, την κατίσχυση της αληθείας επί του ψεύδους, την νίκη του φωτός κατά του σκότους, το θρίαμβο του Θεού στο έργο Αυτού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η εκ νεκρών ανάσταση του Χριστού αποτελεί τη βεβαίωση της αναστάσεως του ανθρώπου. Αυτή είναι το κήρυγμα των Αποστόλων, ο θεμέλιος της Εκκλησίας, η δύναμις των μαρτύρων, η ελπίς των δικαίων. Η χριστιανική διδασκαλία, η Εκκλησία και η Θεία Λατρεία, όλη η ζωή των χριστιανών, σαν ένα πλανητικό σύστημα, στρέφεται περί τον ζωηφόρο ήλιο της αναστάσεως. Η ανάσταση του Κυρίου μας αποτελεί το μόνο ρυθμιστή της ζωής των ανθρώπων και τη μόνη δύναμη, η οποία είναι ικανή να μας συγκρατήσει από το κακό και να μας ενισχύσει στο αγαθό.
Γιατί η ανάσταση δεν νοείται μόνο σαν ένα γεγονός αντικειμενικό και έξω από τον άνθρωπο.
Το αληθινό νόημα της αναστάσεως είναι, ότι αυτή πρέπει να αποτελεί γεγονός δια του Ιησού Χριστού μέσα μας και τούτο βέβαια όχι σαν απλή θεωρία και ιστορική γνώση, αλλά σαν πείρα και πράξη και ζωή.
Ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό Του ανάσταση και ζωή των ανθρώπων και αυτό φανερώνει ότι για να ζούμε, πρέπει σε κάθε στιγμή, να ενεργείται μέσα μας η ανάσταση. Αλλά η εσωτερική αυτή ανάσταση προϋποθέτει νέκρωση της αμαρτίας και φθορά του «έξω ανθρώπου» από την καθημερινή μάχη προς το εγκόσμιο κακό.
Αυτή, λοιπόν, η εξωτερική φθορά και η εσωτερική ανανέωση εμφανίζεται, πολλές φορές, στον ιδιωτικό και δημόσιο και εθνικό μας βίο ως αγωνιστικό και δημιουργικό πνεύμα, ως πίστις στις αναλλοίωτες ηθικές και πνευματικές αξίες της ζωής, ως σεβασμός προς την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ως ακοίμητος συναίσθησις ευθύνης και νυχθήμερος εργασία και μόχθος προς συνάρτηση του παρόντος μετά της αιωνιότητος, ως προσπάθεια και προσευχή προς επικράτηση δικαίας και σταθεράς ειρήνης στον κόσμο και προς διασφάλιση της αληθινής ελευθερίας των ανθρώπων. Αυτά είναι τα σημεία που πείθουν, ότι είμεθα «της αναστάσεως υιοί».
Αλλά τα φαινόμενα της παρούσης εποχής δεν μας πείθουν, δυστυχώς, και γεννάται πολλή πικρία και απογοήτευση στην ψυχή μας, όχι μόνον εξ αιτίας εκείνων που αντιτάσσονται στην πίστη του Ευαγγελίου και την Εκκλησία, αλλά και εκείνων που θεωρούν εαυτούς χριστιανούς και εμφανίζονται στον κόσμο σαν υπέρμαχοι και προασπιστές του λεγομένου και μη πιστευόμενου χριστιανικού πολιτισμού.
Εμείς, οι Ορθόδοξοι Έλληνες, κατά τον ίδιο τρόπο, και υπηρετήσαμε στο Ευαγγέλιο και αισθανόμεθα την πίστη μας και ζούμε την ανάσταση.
Και επειδή πιστεύουμε, δεν καμπτόμεθα, αλλά εντείνουμε κάθε φορά τις προσπάθειές μας και υπομένουμε στον αγώνα της ζωής και στη μάχη της ιστορίας, ακούοντες συνεχώς ηχούσαν την σάλπιγγα του Προφήτου «Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην...».

Toυ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου κ.κ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ


Ο Ληστής του Παραδείσου.

Ήταν ένας ληστής. Ένας άνθρωπος με πλήθος αξιόποινων πράξεων, τέτοιων και τόσων που τον έκαναν απεχθή στα βλέμματα των ανθρώπων . Ήταν ένας κατάδικος, της πιο μεγάλης και δίκαιης καταδίκης, αφού ούτε ο ίδιος δεν είχε προβάλει υπεράσπιση και δικαιολογία για τον εαυτό του: «Άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν», ομολογεί προσυπογράφοντας έτσι χωρίς ελαφρυντικά την καταδίκη του (Λουκ. κγ΄ 41). Κινούνταν στο περιθώριο. Δρούσε στην παρανομία. Σκόρπιζε το φόβο, για να δρέψει τελικά όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και τη μήνη των ανθρώπων της εποχής του.
Κι όμως αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο, αυτός ο απάνθρωπος άνθρωπος τιμάται στην αγία μας Εκκλησία μαζί με τα άχραντα πάθη του Θεανθρώπου Κυρίου μας. Την πιο ιερή και αγία ημέρα, την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, που η Εκκλησία μας προβάλλει τα σεπτά πάθη του Σωτήρος Χριστού, φωτίζει και προβάλλει άνθρωπο ανίερο, καταδικασμένο, αδικαιολόγητο ληστή και φόβητρο των ανθρώπων. Παράδοξο αλλά και μεγαλειώδες το γεγονός. Παράδοξο στην ανθρώπινη λογική και στην πεπερασμένη δικαιοσύνη μας και μεγαλειώδες για το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού.
Πώς λοιπόν αυτός ο κακούργος προπορεύεται του χορού των αγίων προφητών, των δικαίων και των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης; «Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το Μνήσθητί μου», απαντά η αγία Εκκλησία μ’ ένα στίχο του Συναξαρίου της Μεγάλης Παρασκευής. Άνοιξε το σφραγισμένο Παράδεισο ο ληστής, βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου».
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», εκλιπαρεί τον εσταυρωμένο Κύριο μέσα στους δικούς του αφόρητους πόνους της σταυρικής του καταδίκης (Λουκ. κγ΄ 42). Όχι, δεν είναι ένας απλός λόγος αυτό το «μνήσθητί μου». Δεν είναι μια τυχαία και αβασάνιστη παράκληση. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι μια λεπτή ειρωνεία σε κάποιον ομοιοπαθή και αδύνατο συνοδοιπόρο του προς τον θάνατο.
Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κάτι που αντάξιό του είναι η είσοδός του στην ατελεύτητη, αιώνια Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια μικρή φράση που αποτύπωνε με τον πιο σαφή τρόπο ταυτόχρονα μια μεγάλη μετάνοια και μια θαυμαστή ομολογία.
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου».
Δεν είναι απλώς ένα συμφεροντολογικό και απέλπιδο «μνήσθητί μου». Μαζί του είναι και η ομολογία «Κύριε» και η πίστη της Βασιλείας του.
Ήταν μεγάλος λόγος ο λόγος του ληστή. Πώς μπόρεσε αλήθεια μέσα στην τόση εξαθλίωση και ατιμία, μέσα στην άνευ είδους και κάλλους μορφή του Χριστού, μέσα στη γενική κατακραυγή και τις ειρωνείες να διακρίνει ότι Αυτός ήταν ο Κύριος του ουρανού και της γης, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων; Πώς μπόρεσε αυτός που σ’ όλη του τη ζωή δεν πόθησε τίποτε άλλο από τον παράνομο πλουτισμό με τα αγαθά των άλλων και την πρόσκαιρη απόλαυση από τον ιδρώτα και τον αγώνα των συνανθρώπων του, να εκτινάξει τώρα, σ’ αυτήν την επώδυνη γι’ αυτόν ώρα, τους πόθους και τις προσδοκίες του από τον μάταιο και απατηλό κόσμο στη Βασιλεία του Θεού; «Σταυρούμενον γαρ βλέπων, βασιλέα εκάλει», λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αν και Τον ατενίζει ταπεινωμένο στο Σταυρό, εν τούτοις Βασιλέα Τον προσφωνεί και Τον αναγνωρίζει.
Πώς μπόρεσε αυτός την ύστατη αυτή στιγμή της ζωής του να ξεπεράσει σε πίστη και ομολογία όλα εκείνα τα πλήθη των ανθρώπων που άκουσαν τη μελίρρυτη διδασκαλία του Κυρίου μας και αντίκρυσαν τα θαύματά του; Ακόμη και αυτούς που έζησαν επάνω τους τη θαυματουργία της αγάπης του; Διότι κανένας απ’ αυτούς δε συμπαραστέκεται, κανένας δεν υπερασπίζεται, πολύ δε περισσότερο κανένας δε φωνάζει αυτή την ώρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αναμάρτητος. Μόνο αυτός, όταν επιτιμά τον άλλο ληστή για την ειρωνική του στάση, ομολογεί ότι «ούτος – ο Χριστός δηλαδή – ουδέν άτοπον έπραξε» (Λουκ. κγ΄ 41). Δεν έπραξε τίποτε το άτοπο, τίποτε το μεμπτό. Επομένως είναι αναμάρτητος.
Πιστεύει ο ληστής, και η πίστη του αυτή τον κάνει να ομολογεί άφοβα και ταυτόχρονα να ελπίζει στο άπειρο έλεος του Κυρίου.
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου». Ένας ληστής πρώτος ένοικος του Παραδείσου! Ένας ληστής υπόδειγμα ομολογίας. Ένας ληστής παράδειγμα μετανοίας. Έτσι ώστε να εννοήσουμε όλοι μας ότι δε μας δικαιώνουν ενώπιον του Θεού ούτε μας εισάγουν στη Βασιλεία του απλώς οι καλές μας πράξεις. Όπως αντίστοιχα δε μας αποκλείουν οι πολλές και βαριές αμαρτίες. Μας αποκλείει από τη χαρά του Παραδείσου η σκληροκαρδία μας, η αμετανοησία μας και ο εγωισμός μας. Και μας ανοίγει τη θύρα του ελέους του, για να εισέλθουμε στη Βασιλεία του, η έμπρακτη και βαθιά μετάνοιά μας. Έτσι, για να μην απελπιζόμαστε από την αδυναμία μας, αλλά να ελπίζουμε στο έλεός του, ας αφήσουμε να διαποτίσει το εσωτερικό μας η ικεσία – κλειδί του ληστή:
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου»

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΤΙ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΤΟ ΕΥΧΕΛΑΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ…



Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με πολύτιμο μύρο και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματα της, καθώς μετανόησε ειλικρινά.

Το γεγονός αυτό το διέσωσαν και οι τέσσερις Ευαγγελιστές (Ματθ.κστ΄6-13, Μαρκ.ιδ΄3-9, Λουκ.ζ΄36-50, Ιωάν.ιβ΄1-8) με κάποιες μικροδιαφορές στις διηγήσεις τους. Αναλυτικότερη και σαφέστερη είναι εκείνη του Λουκά. Ο Χριστός λίγο πριν το πάθος του, μετά την ανάσταση του Λαζάρου, σε κάποια πόλη προσκλήθηκε να δειπνήσει στο σπίτι κάποιου πλουσίου Φαρισαίου, ονόματι Σίμωνος.

Και ενώ συνέτρωγε ο Χριστός με τους συνδαιτυμόνες του, μπήκε στην οικία μια αμαρτωλή γυναίκα, γνωστή πόρνη της περιοχής, έχοντας στα χέρια της ακριβότατο αγγείο γεμάτο με πολύτιμο και πανάκριβο μύρο. Πλησίασε το Χριστό, έχυσε ένας μέρος από το μύρο στην κεφαλή και το σώμα του Κυρίου και με το υπόλοιπο και τα ασταμάτητα δάκρυά της έβρεχε και έπλυνε τα πόδια του Χριστού. Τέλος έλυσε την πλούσια πλεξούδα των μαλλιών της και άρχισε να σκουπίζει τα άχραντα πόδια του Δασκάλου.

Ο Χριστός έμεινε ατάραχος, όχι όμως και οι παραβρισκόμενοι. Ο μεν οικοδεσπότης φαρισαίος σκανδαλίσθηκε με τη θέα της πόρνης και ακόμα περισσότερο με το άγγιγμά της στο σώμα του Ιησού. Διερωτόταν, πως είναι δυνατόν, προφήτης όντας, ο καλεσμένος του ραβίνος να μην διαγνώσει ότι η γυναίκα αυτή είναι αμαρτωλή και να μην τη διώξει κακείν κακώς, όπως θα έκανε ο ίδιος και οι όμοιοί του φαρισαίοι. Ο φιλάργυρος και ανάξιος μαθητής του Χριστού, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, μέτρησε τη μεγάλη αξία του μύρου, το οποίο κατά τη γνώμη του “πήγε χαμένο”, ενώ θα μπορούσε να πουληθεί και να δοθεί δήθεν στους φτωχούς. Ουσιαστικά όμως ο μέλλων προδότης μαθητής δεν ενδιαφέρονταν για τους φτωχούς, αλλά για τη δική του τσέπη, γιατί ήταν κλέφτης.

Ο Χριστός έδωσε απάντηση και στους δυο “σκανδαλισθέντες” από το γεγονός αυτό. Στον μεν φαρισαίο απάντησε πως η γυναίκα αυτή έδωσε περίσσια και εγκάρδια περιποίηση, σε αντίθεση με αυτόν που τον κάλεσε προφανώς τυπικά και επιδεικτικά στο σπίτι του. Στον δε δόλιο Ιούδα απάντησε πως τους φτωχούς θα τους έχουν πάντοτε μαζί τους και έχουν χρέος και καθήκον να τους ελεούν, όμως το μύρο ετούτο είναι δωρεά μιας πονεμένης καρδιάς προς τον ελεήμονα Κύριο του κόσμου. Το πολύτιμο μύρο ήταν μια μικρό δείγμα της μεγάλης μετάνοιας και ευγνωμοσύνης αυτής της γυναίκας.

Το Μυστήριο του Ευχελαίου: δεινόν η ραθυμία, μεγάλη η μετάνοια

Το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης, τελείται στις Εκκλησίες το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου, κατά τη διάρκεια του οποίου διαβάζονται επτά Ευαγγέλια και επτά Ευχές. Ευλογείται με αυτό το τρόπο το λάδι με το οποίο ο ιερέας «σταυρώνει» τους πιστούς στο μέτωπο, στο πηγούνι, στα μάγουλα και στις παλάμες, προσφέροντας έτσι τη χάρη και την ευλογία του Ιησού και του Αγίου Πνεύματος.


Έθιμα της Μεγάλης Τετάρτης

Σε πολλές περιοχές της χώρας μας, πολλές γυναίκες πηγαίνουν στη λειτουργία της Μεγάλης Τετάρτης με μια σουπιέρα αλεύρι που έχουν στερεώσει μέσα 3 κεριά. Αυτά τα κεριά τα καίνε κατά τη διάρκεια του μυστηρίου και το αλεύρι το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν τα Πασχαλινά Κουλουράκια.

Παλαιότερα, τη Μεγάλη Τετάρτη παρασκευαζόταν και η νέα ζύμη. Επειδή, πίστευαν ότι η ζύμη του ψωμιού κάποια στιγμή μπορεί να χάσει τη δύναμη και την καθαρότητά της, την μεγάλη Τετάρτη φρόντιζαν να την ανανεώνουν.

Έτσι κυρίως στην Αθήνα, οι γυναίκες τις εκκλησίας πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και μάζευαν αλεύρι, το οποίο το ζύμωναν χωρίς προζύμι. Ο παππάς, ακουμπούσε πάνω στη ζύμη το Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο και το ζυμάρι φούσκωνε. Αυτό αποτελούσε το προζύμι της χρονιάς, το οποίο οι γυναίκες μοίραζαν ξανά σε όλα τα σπίτια. Με αυτό, ζυμώνουν και τις κουλούρες της Λαμπρής.

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΑ 2017 - π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος


ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΑ 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝ: ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΟΙΚΤΑ


Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ 7:00 μμ ΑΓΩΝΕΣ ΜΠΑΣΚΕΤ


M. ΤΕΤΑΡΤΗ 7:00 μ.μ ΑΓΩΝΕΣ ΜΠΑΣΚΕΤ ΗΜΙΤΕΛΙΚΟΙ


Μ. ΠΕΜΠΤΗ 7:00 μ.μ ΑΓΩΝΕΣ ΜΠΑΣΚΕΤ ΗΜΙΤΕΛΙΚΟΙ


και εμείς δεόμεθα
«υπέρ του ευσεβούς ημών έθνους»…


ΚΑΛΗ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΑ!
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!





π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

«ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» (1 Κορινθ. 1, 23) π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος



Τὴν Μ. Παρασκευὴ ὁ Κύριος τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς δέχεται ἑκουσίως «τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ πάθη» «δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Καὶ ὅμως μπροστὰ στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ σταματᾶ. Οἱ κατηγορίες τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ προσεγγίσουν «τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρὰν χλαίναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην καὶ πρὸ πάντων τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον ἃ δι’ ἡμᾶς ἑκῶν κατεδέξατο» (Συναξάριο Μ. Παρασκευῆς).

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας ἀποτελεῖ ὕψιστο μυστήριο ποὺ σκανδαλίζει καὶ προκαλεῖ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Ὁ Ἀπ. Παῦλος (1 Κορινθ. 1, 18-31) μᾶς παρουσιάζει πῶς ὁ ἄνθρωπος προσεγγίζει τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ παρουσιάζοντας τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων:

Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν μποροῦσαν νὰ διανοηθοῦν ἕναν ἀδύναμο καὶ πάσχοντα Θεό (1 Κορινθ. 1, 22-23). Ἀρέσκονταν στὸν Παντοδύναμο Κύριο ποὺ ἐπιβάλλεται μὲ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύναμή Του . πού ἐμφανίζεται μέσα σὲ νεφέλες, πάνω σὲ θρόνο ὑψηλὸ καὶ ἐπηρμένο, δορυφορούμενος καὶ διακονούμενος ἀπὸ μυριάδες Ἀγγέλων. Ἀδυνατοῦσαν νὰ συλλάβουν στὴ σκέψη τους πῶς εἶναι δυνατόν, ὁ Παντοδύναμος Θεὸς νὰ βρίσκεται ἀδύναμος πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ στὴ συνέχεια ὡς θνητὸς ἐν καινῷ μνημείῳ. Ἡ σιωπὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου στὴν σκληρὴ πρόκληση τῶν σταυρωτῶν του «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ … καὶ πιστεύσομεν ἐπ᾿ αὐτῷ» (Ματθ. 27, 40-42) κατανοήθηκε μόνο ὡς ἀδυναμία καὶ ἀποτυχία. Ἀλήθεια! Πῶς νὰ πιστεύσει ὁ ἄνθρωπος ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ κάποιον ποὺ καταδικάστηκε καὶ θανατώθηκε ὡς κακοποιὸς ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του; πῶς νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες του σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν μπόρεσε νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του;

Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη κατηγορία ἀνθρώπων ποὺ θέλει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ νὰ τὸ δυιλίζει μέσα ἀπὸ λογικὲς διεργασίες (1 Κορινθ. 1, 22-23). Γι’ αὐτοὺς ὁ Σταυρὸς καὶ ὁ Θάνατος τοῦ Κυρίου μας εἶναι ἀκατανόητος. Δὲν ὑπάρχει λογικὴ ἑρμηνεία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθεῖ τὸ «πῶς» καί τό «γιατί» τοῦ Σταυροῦ. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τὸ κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ εἶναι «μωρία», εἶναι ἀνοησία καὶ παραλογισμὸς γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη.

Ὅμως ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίζεται στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἀθρώπινης σκέψης. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θεός μας, ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο, ἀπὸ ἀγάπη γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος, ἀπὸ ἀγάπη προσέφερε τὸν ἑαυτὸ του θυσία, ἀπὸ ἀγάπη φτάνει στὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας, σὲ αὐτὸν τὸν φρικτὸ διὰ Σταυροῦ θάνατο.

Ὁ Ἄπ. Παῦλος ἀναφέρει καὶ μία τρίτη κατηγορία ἀνθρώπων: «αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν· ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί» (1 Κορινθ. 1, 24-25).

Ἐδῶ ἔχουμε πλήρη ἀντιστροφὴ γιὰ ὅλους ὅσοι εἶναι μέτοχοι οὐρανίου κλήσεως: Ἡ φαινομενικὴ ἀδυναμία τοῦ Ἐσταυρωμένου ἀποτελεῖ τὴν ὑψίστη δύναμη καὶ τὸ παράλογο τοῦ Σταυροῦ τὴν «ἄνωθεν σοφία». Ὁ Κύριός μας πάσχων ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ φανερώνεται ὡς ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ὁ Σταυρὸς παύει νὰ εἶναι σύμβολο ντροπῆς καὶ θανάτου καὶ μετατρέπεται σὲ λάβαρο δόξης, θριάμβου καὶ ζωῆς. Στὴ βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἔχει ἐπικρατήσει ὡς ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὄχι τὸ τοῦ Πιλάτου «Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» ἀλλὰ τὸ «Ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης». Διότι πραγματικὰ ὁ Σταυρὸς εἶναι ὁ βασιλικὸς καὶ ἔνδοξος θρόνος τοῦ Κυρίου μας. Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν Σταυρὸ δὲν ἦταν μία ἀποτυχία ποὺ ἀποκαταστάθηκε κάπως μὲ τὴν Ἀνάσταση. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατός Του ἦταν νίκη, ἦταν ὕψωσις (Ἰωὰν. 12, 32). Ὁ Κύριός μας κατεβαίνει στὸν Ἅδη ὄχι ὡς ἡττημένος, ἀλλ’ ὡς θριαμβευτής, διότι ὁ θάνατός Του εἶναι «ζωοποιὸς θάνατος» (Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο καυχώμαστε γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ Σταυροῦ, σεμνυνόμαστε γιὰ τὴν «μωρία» τοῦ κηρύγματος, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερο: σωζώμαστε διὰ τοῦ Σταυροῦ. Διότι ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ Κύριός μας «τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον προσηλώσας, τῷ Σταυρῷ ἐξήλειψε, καὶ τοῦ θανάτου τὸ κράτος κατήργησε» (Στιχηρό Ἑσπερινοῦ β΄ ἤχου).

Σωζώμαστε ὅμως μόνο οἰκοιοποιούμενοι τὸ πάθος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μόνο συμμετέχονας στὸ Σταυρὸ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου μας. Μὲ τὴ βάπτισή μας «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθη-μεν; συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6, 3-4).

Καὶ στὴ συνέχεια τῆς Χριστιανικῆς μας ζωῆς, σὲ κάθε Θ. Λειτουργία ὅταν κοινωνοῦμε, ὁμολογοῦμε, κηρύττουμε, καταγγέλλουμε τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας: «ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ» (1 Κορινθ. 11, 26), τονίζει ὁ Ἀπ. Παῦλος.

Ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὀφείλουμε νὰ σηκώνουμε ὁ καθένας τὸν σταυρό του (Μάρκ. 8, 34). Οἱ θλίψεις καὶ οἱ ἀποτυχίες, ὁ πόνος καὶ τὰ δάκρυα, ἡ δυστυχία καὶ ὁ κατατρεγμὸς ὅταν προσεγγίζονται μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας, παίρνουν ἄλλο νόημα, ἀποκτοῦν ἄλλη προοπτικὴ καὶ γίνονται μέρος τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια του Ἄπ. Παύλου: «Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου» (Κολ. 1, 24) δηλαδή χαίρω, λέει ὁ Ἀπόστολος, γιὰ τὰ παθήματα ποὺ ὑποφέρω. Διότι μὲ τὰ παθήματά μου ἀναπληρώνω τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ σῶμα μου.

Δυστυχῶς ὅμως ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅλοι ἐμεῖς, ἀρνούμαστε νὰ δοῦμε τὴ σωτήρια ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπινου πόνου . δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας. Καὶ γιὰ μᾶς ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἂν ἀκόμα δὲν τὸ παραδεχόμαστε, παραμένει «σκάνδαλο» καὶ «μωρία».

Καθὼς εἰσερχόμαστε στὴν Ἑβδομάδα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας, ἂς πλησιάσουμε τὸν ἐπὶ Σταυροῦ δι’ ἡμᾶς θυσιαθέντα Κύριον μὲ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ἂς τοῦ προσφέρουμε ὡς ἀντίδωρο στὴν ἀπέραντη ἀγάπη του, τὴν ἀγαθὴ διάθεσή μας. Ἀς τοῦ προσφέρουμε τὴν ἀμετακίνητη ἀπόφασή μας νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν. Ἀς τοῦ προσφέρουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μᾶς γιά ὅσα «δι’ ἡμᾶς ἑκῶν κατεδέξατο». Καὶ ἀς εἶναι καθημερινὴ ἡ προσευχή μας: «Τῇ ὑπερφυεῖ καὶ περὶ ἡμᾶς παναπείρῳ σου εὐσπλαχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμὴν»

Μεγάλη Τρίτη: Το τροπάριο της Κασσιανής και η παραβολή των «Δέκα Παρθένων»



Μεγάλη Τρίτη: Η Ορθόδοξη Εκκλησία θυμάται σήμερα τη δριμύτατη καταγγελία του Ιησού κατά των θρησκευτικών αρχηγών του Ισραήλ, αλλά και τη γνωστή παραβολή των δέκα Παρθένων.


Με βάση το Χριστιανικό εορτολόγιο, ως Μεγάλη Τρίτη καθιερώθηκε η Τρίτη ημέρα της εβδομάδας που είναι γνωστή ως εβδομάδα των Παθών του Ιησού Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τη Μεγάλη Τρίτη, «τιμά» δύο γεγονότα: πρώτον, τη δριμύτατη καταγγελία του Ιησού κατά των θρησκευτικών αρχηγών του Ισραήλ, η οποία μνημονεύεται μέσα από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (22, 15- 23, 39) αλλά και τη γνωστή παραβολή των δέκα Παρθένων (Ματθαίου. 25,1-13).

Τι αναφέρει η παραβολή των «Δέκα Παρθένων»

Πέντε φρόνιμες και πέντε μωρές παρθένες περιμένουν το Νυμφίο (γαμπρό) να έλθει να παραλάβει τη νύφη. Οι φρόνιμες, που είχαν προνοήσει φρόντισαν να πάρουν μαζί τους λάδι ώστε να έχουν για να φωτίζουν τα λυχνάρια τους. Δεν ισχύει το ίδιο όμως και για τις μωρές, οι οποίες λόγω της αργοπορίας του Νυμφίου αποκοιμήθηκαν. Έτσι όταν ακούγεται η φωνή «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ψάχνουν να βρουν λάδι για να ανάψουν τα σβησμένα λυχνάρια τους, με αποτέλεσμα να μένουν «εκτός νυμφώνος».

Η παραβολή των ταλάντων

Εκτός όμως από την παραβολή των Δέκα Παρθένων στις Ορθόδοξες Εκκλησίες μνημονεύεται σήμερα και η παραβολή των ταλάντων.

Σύμφωνα με αυτή, ο Κύριος θέλει να μας παρουσιάσει τα δώρα και τα χαρίσματα, που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο. Ο καθένας, πρέπει να καλλιεργήσει και να αναδείξει τα χαρίσματα του. Δηλαδή, να προσφέρει με πολλή αγάπη τις υπηρεσίες του στους συνανθρώπους του. Έτσι θα είναι έτοιμος να υποδεχτεί στην καρδιά του την αγάπη.

Η μετάνοια της «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός» και το Τροπάριο της Κασσιανής

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης, στον οποίον περιλαμβάνονται τροπάρια για την μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας η οποία άλειψε με τα μαλλιά της τα πόδια του Ιησού για να ζητήσει συγχώρεση και φυσικά το πασίγνωστο «τροπάριο της Κασσιανής».
Ποια ήταν η Κασσιανή

Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Επειδή δεν την επέλεξε ως σύζυγό του ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.

Η μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση για την εκλογή νύφης, προσκάλεσε το 820 μ.Χ. στην Αυλή τις ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Δώδεκα πανέμορφες παρθένες από όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και κατέφθασαν στο Παλάτι. Μετά την υποδοχή τους από τη μητέρα του αυτοκράτορα, η μητέρα του Ευφροσύνη του έδωσε εντολή να δώσει το χρυσό μήλο σ’ εκείνη που θα επέλεγε για σύζυγό του.

Ο νεαρός αυτοκράτορας θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της τη ρώτησε: «από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα;», υπονοώντας την Εύα και το προπατορικό αμάρτημα. Όμως η Κασσιανή αποστόμωσε τον Θεόφιλο ανταπαντώντας του «ναι αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία και τη γέννηση του Χριστου.

Η απάντηση κακοφάνηκε στον αυτοκράτορα που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την Κασσιανή, δίνοντας το χρυσό μήλο στην ωραία, αλλά σεμνή Θεοδώρα.

Τα καθήκοντά μας τη Μεγάλη Εβδομάδα


Φθάσαμε, αγαπητοί μου, στα σωτήρια πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Η εβδομάδα αυτή λέγεται Μεγάλη, διότι μέσα στις 168 ώρες της, από σήμερα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως, τιμώνται μεγάλα γεγονότα, μοναδικά και κοσμοιστορικά, που συγκλόνισαν τα επίγεια και τα ουράνια και τα καταχθόνια. Γι᾿ αυτό η εβδομάδα αυτή ονομάζεται Μεγάλη· αλλά και γι᾽ αυτό δεν θα πρέπη να περάση όπως οι άλλες.

Και θέτω το ερώτημα· ποια είνε τα καθήκοντα ενός Χριστιανού τη Μεγάλη Εβδομάδα; Δεν απευθύνομαι σε απίστους, αθέους η σε χιλιαστάς· απευθύνομαι σε πιστούς, που θέλουν να εορτάσουν σωστά. Ποια είνε λοιπόν τα καθήκοντα που έχουμε την εβδομάδα αυτή;

Το πρώτο καθήκον, αδελφοί μου, είνε να ευχαριστήσουμε απ᾽ την καρδιά μας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Όλη βέβαια η ζωή μας πρέπει να ᾽νε ένα ευχαριστώ, ένα «Δόξα σοι, Κύριε», για τις μικρές και μεγάλες ευεργεσίες του, τις φανερές και αφανείς, για όλα τα καλά, υλικά και πνευματικά, που επιδαψιλεύει η χάρις του· τον ήλιο, τον αέρα, το νερό, τα λουλούδια, τα ακρογιάλια, όλη την πλάσι. Να τον ευχαριστούμε ακόμη για τους γονείς και τα αδέρφια, τη γυναίκα και τα παιδιά, για το χρόνο και τις εποχές, για ο,τι ευλογημένο και αναγκαίο.

Άνθρωπος αγνώμων είνε χειρότερος από ζώο. Ένα σκύλο έχεις, ένα κομμάτι ψωμί του πετάς, και κουνάει την ουρά του και σού λέει ευχαριστώ. Κι ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει να ᾽νε ευγνώμων στο Θεό. Να τον ευχαριστούμε για όλα, αλλά προ παντός για τη θυσία του Υιού του,για τα σεπτά του πάθη. Ακόμη να τον ευχαριστήσουμε και για κάτι άλλο• για τη μακροθυμία του στα τόσα εγκλήματά μας και μάλιστα στις βλασφημίες, για τις οποίες θα ᾽πρεπε ν᾽ ανοίξη η γη να μας καταπιή κ᾽ η θάλασσα να φουσκώση να μας πνίξη, και όμως μας ανέχεται. Γι᾿αυτό τη Μεγάλη Παρασκευή η Εκκλησία λέει«Δόξα τη μακροθυμία σου, Κύριε, δόξα σοι».

Το ένα καθήκον μας λοιπόν είνε να ευχαριστούμε το Θεό. Το άλλο είνε να παρακολουθήσουμε τις ιερές ακολουθίες. Οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν είνε όπως οι άλλες· διαφέρουν πολύ. Οι ύμνοι της, που είνε γλυκύτεροι απ᾽ το μέλι, τα εμπνευσμένα αυτά ποιήματα όπως π.χ. ο επιτάφιος θρήνος, δεν υπάρχουν σε καμμιά θρησκεία στον κόσμο. Και μόνο τα τροπάρια αυτά, που δεν τα ᾽χουν ούτε φράγκοι ούτε προτεστάντες ούτε κανείς άλλος, φτάνουν ν᾽ αποδείξουν ότι η Εκκλησία μας δεν είνε από τη γη· είνε από τον ουρανό, είνε θεόπνευστη. Ποιος τα έκανε αυτά; που γράφτηκαν, μέσα σε σχολειά και πανεπιστήμια; Τα έφτειαξαν μέσα σε σπηλιές άγιοι ασκηταί, πούτό δάκρυ τους έπεφτε στη γη και την έκανε να λουλουδίζη. Δεν τα ᾽γραψαν απλώς με το μυαλό και τα γράμματα που ήξεραν· αυτά είνε το αίμα της καρδιάς τους, συναίσθημα υγιές, έκφρασι ζωής, βιώματα άγια, αλήθειες, που μόνο όσοι αγάπησαν γνησίως το Χριστό μπορούσαν να έχουν. Πρέπει να ᾽νε αναίσθητος κανείς για να μην τον συγκινούν. Ας τα παρακολουθήσουμε λοιπόν στην εκκλησία κρατώντας μια Συνόψι.

Το τρίτο καθήκον μας. Η εβδομάδα αυτή είνε εβδομάδα νηστείας, αυστηρής νηστείας. Μην ακούτε τους υλιστάς και ασεβείς• εμείς από την παράδοσι αποστόλων και πατέρων της Ορθοδοξίας τηρούμε τις νηστείες της αγίας μας Εκκλησίας και κατ᾿ εξοχήν τη νηστεία αυτή. Όταν λέμε νηστεία, δεν εννοούμε να νηστέψη απλώς το στομάχι για να θυμηθή το όξος του σταυρού· εννοούμε μαζί με το στομάχι να νηστέψη και το στόμα από κακολογία, η γλώσσα από αισχρολογία, τα μάτια από αισχρά θεάματα. Τέτοιες μέρες στο Βυζάντιο οι αυτοκράτορες υπέγραφαν διαταγή· Μεγάλη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή κλειστά τα ιπποδρόμια και όλα τα θέατρα. Πενθεί η Εκκλησία. Αν ήμασταν χριστιανικό κράτος, θα ᾽πρεπε από αύριο να είνε κλεισμένα τα καταγώγια και τα κέντρα διαφθοράς, και να επικρατή πένθος γι᾿ Αυτόν που υψώθηκε για μας επάνω στο σταυρό.

Αλλά έχουμε κ᾽ ένα άλλο καθήκον. Είνε το καθήκον της εξομολογήσεως και της θείας μεταλήψεως. Επ᾽ αυτού δεν θα επεκταθώ. Τούτο μόνο θα πω. Τις άγιες αυτές ημέρες και ιδίως τη νύχτα της Αναστάσεως καλούμεθα να μείνουμε στο ναό μέχρι τέλους με την αναστάσιμη λαμπάδα. Όποιος ακούει το «Χριστός ανέστη» και μετά φεύγει, προτιμότερο θα ήταν να μείνη στο σπίτι του. Αυτό που γίνεται, να αδειάζουν οι εκκλησίες μετά το «Χριστός ανέστη», είνε βεβήλωσις, περιφρόνησι στο Χριστό. Να μείνουμε λοιπόν μέχρι τέλους και να ετοιμαστούμε για τη θεία μετάληψι. Η εβδομάδα αυτή είνε κατ᾽ εξοχήν εβδομάδα θείας μεταλήψεως.

Τι είνε η θεία μετάληψις; Το σώμα και το αίμα του Χριστού μας, η φωτιά του ουρανού. Τι είσαι, σε ρωτώ, άχυρο; μην πλησιάσης τα άγια, θα καής. Είσαι χρυσάφι; Αν είσαι χρυσάφι, το χρυσάφι δεν απειλείται από τη φωτιά· όσο πλησιάζει τη φωτιά, τόσο καθαρίζεται. Έτσι κ᾽ εσύ ο Χριστιανός· αν είσαι αμετανόητος, θα σε κάψη η φωτιά, όπως έκαψε τον Ιούδα που κοινώνησε αναξίως· αν όμως πέρασες από το καμίνι της ιεράς εξομολογήσεως, τότε πλησίασε· η θεία κοινωνία θα είνε φάρμακο αθανασίας.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έχουμε επίσης ιερό καθήκον απέναντι των αδελφών μας που πάσχουν και υποφέρουν. Είνε εβδομάδα αγάπης και ελεημοσύνης. Ένα εκλεκτό φαγητό σε κάποιον που πεινάει, ένα καινούργιο ρούχο —όχι παλιό— σ᾿ έναν που δεν έχει, μια βοήθεια στη χήρα και τα ορφανά, ένα φάρμακο αναγκαίο, μια επίσκεψι στον ασθενή, ένας λόγος παρηγορητικός στον θλιμμένο, ο,τι τέλος πάντων μπορεί να σκεφτή μια καρδιά που αγαπά.

Αλλά δεν είπα τίποτα· υπάρχει κάτι ακόμη, κι αυτό είνε το δυσκολώτερο. Όλα όσα είπα- με τα κάνεις· αλλ᾽ εάν το τελευταίο αυτό δεν το κάνης, Χριστιανός δεν είσαι. Ποιο είν᾽ αυτό; Ξέρω Χριστιανούς που είνε άνθρωποι προσευχής, που έχουν τ᾽ αυτί τους τεντωμένο στα ιερά λόγια, που νηστεύουν αυστηρά, που εξομολογούνται, που κοινωνούν· αλλά λίγους Χριστιανούς γνώρισα που έχουν – ποιο; το «Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει» (δοξ. αίν. Πασχ.).

Η Μεγάλη Εβδομάδα είνε εβδομάδα συγχωρήσεως. Ποιος, αδελφοί μου, στη ζωή αυτή δεν έχει αντιπάθειες, ψυχρότητες, αντιθέσεις, ποιος δεν έχει κάποιον εχθρό; Τις άγιες αυτές ημέρες ας υψώσουμε το βλέμμα στον Εσταυρωμένο. Κανείς δεν αδικήθηκε και δεν πόνεσε όπως ο Χριστός μας. Ενώ έσχιζαν τις σάρκες του τα καρφιά και την καρδιά του οι κατάρες και τ᾽ αναθέματα των φαρισαίων, εκείνος πάνω απ᾽ το σταυρό προσευχήθηκε· «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Κ᾽ εμείς λοιπόν τις άγιες αυτές ημέρες ας αλληλοσυγχωρηθούμε· νύφες και πεθερές, αδελφοί με αδελφούς, φίλοι με φίλους,παιδιά με γονείς, όλοι ανεξαιρέτως. Ας πλατύνουμε τις καρδιές, ας αισθανθούμε μέσα μας την αγάπη του Χριστού μας. Χωρίς την αγάπη πως μπορούμε να γιορτάσουμε;

Αδελφοί μου! Μεγάλη Εβδομάδα ίσον· χέρι ανοιχτό για έλεος, μάτια δακρυσμένα από μετάνοια, πόδια που τρέχουν στο ναό, καρδιά συμφιλιωμένη, γεμάτη λατρεία στον Εσταυρωμένο.Εκτελούμε τα καθήκοντα αυτά;

Ξέρετε πως μοιάζουμε; Σα να είνε ένας ζητιάνος και όλες τις μέρες του πετάνε πενταροδεκάρες, κ᾽ έρχεται μια ώρα που περνάει κάποιος βασιλιάς και του λέει «Άνοιξε τις φούχτες σου» κι αρχίζει και του μετράει 1, 2, 3, …5,…10, …100, …168 λίρες και θαμπώνουν τα μάτια του. Κι αυτός, αντί να πάρη αυτό το θησαυρό να τον αξιοποιήση, πάει στο ποτάμι κι αρχίζει να πετάη τις λίρες στο νερό. Δεν είν᾽ αυτό παραφροσύνη; Κι αυτές οι ώρες λοιπόν ―έτσι λέει η Εκκλησία, «ώρες» τις ονομάζει―, είνε θησαυρός. Κάθε ώρα, κάθε καμπάνα, κάθε χτύπος, κάθε λεπτό, είνε σπουδαία ώρα.

Ας εκμεταλλευθούμε τις άγιες αυτές ημέρες. Μην αφήσουμε να διαρρεύσουν όπως η υπόλοιπη ζωή μας. Ξέρουμε αν θα ζήσουμε να γιορτάσουμε άλλη Μεγάλη Εβδομάδα; Μήπως η Μεγάλη Εβδομάδα αυτή είνε η τελευταία της ζωής μας; Πέρυσι πόσοι ήταν μαζί μας; και που είνε τώρα; Φεύγουμε, σφυρίζει το τραίνο, μια φορά περνάμε πάνω απ᾽ τη φλούδα αυτή.

Εύχομαι, αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα να είνε σημαντικός σταθμός στη ζωή μας. Να δώση ο Κύριος να είνε εβδομάδα αγίων σκέψεων, ιερών συναισθημάτων, ηρωικών αποφάσεων, αγιασμός ψυχής. Είθε να σφραγίσουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα με τα λόγια «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42).

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, που έγινε
στον ι. ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Μοσχάτου
– Αθηνών την 10-4-1960 το βράδυ.

"The "Council" of Crete and the New Emerging Ecclesiology: An Orthodox Examination".


Ενδιαφέρουσα ομιλία (στα αγγλικά) του πρωτοπρ. Πέτρου Heers, που εκφωνήθηκε σε ιερατική σύναξη Κληρικών ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Ιλαρίωνος και Μητροπολιτών της εν Διασπορά Εκκλησίας της Ρωσίας (ROCOR) στις 21.3.2017, στις ΗΠΑ.



Θέμα της ομιλίας: "The "Council" of Crete and the New Emerging Ecclesiology: An Orthodox Examination".




Η ευχαριστιακή νηστεία και η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων (ιστορικοκανονική προσέγγιση) π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό  ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ 
τομ. 66/ Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2017,  σελ. 4-8



Αναμφισβήτητα η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων διασώζει αρχαία λειτουργική πρακτική[1], αλλά κυρίως το ασκητικό ήθος και την πνευματικότητα της Ορθοδόξου παραδόσεως μέχρι τις ημέρες μας. Η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η κατ’ εξοχήν πένθιμη περίοδος της Εκκλησίας μας. Το πένθος δηλούται με την απαγόρευση τελέσεως εορταστικών εκδηλώσεων και ακολουθιών[2], αλλά και με δύο πρακτικές που σχετίζονται άμεσα με το υπό εξέταση θέμα: με την καθιέρωση αυστηρότατης νηστείας και με την απαγόρευση τελέσεως Θ. Λειτουργίας τις καθημερινές ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής.

1. Η νηστεία των καθημερινών καθ’ όλη τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής, προβλέπει πλήρη ασιτία μέχρι την ενάτη ώρα (3:00 μμ) κατά την οποία ο Κύριος παρέδωσε επί του Σταυρού το Πνεύμα Του[3]. Οι κανονικές διατάξεις που προβλέπουν την νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής είναι οι κανόνες Αποστ-69 και Λαοδ-50[4], οι οποίοι έχουν επικυρωθεί από τον Στ-2.

2. Δεν επιτρέπεται η προσφορά της Αναιμάκτου Θυσίας με την τέλεση πλήρους Θ. Λειτουργίας κατά τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής[5], διότι ο πανηγυρικός-αναστάσιμος χαρακτήρας της Θ. Λειτουργίας δεν συνάδει με το πένθος της περιόδου αυτής[6]. Ωστόσο, η απαγόρευση τελέσεως Θ. Λειτουργίας κατά τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής προσέκρουε στην αρχαία συνήθεια σύμφωνα με την οποία οι πιστοί κοινωνούσαν πολύ τακτικά, τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα[7].

Η ανάγκη αυτή θεραπεύθηκε με την καθιέρωση της ακολουθίας των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, η οποία, επειδή «επιτελείται … συνεσκιασμένως και πενθηρώς»[8], μπορεί να τελείται όλες τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής[9], αλλά τις δύο πλέον σεβάσμιες ημέρες (Τετάρτη και Παρασκευή) επιβάλλεται η τέλεσή της και από τις σχετικές τυπικές διατάξεις.

Ο ιστορικός Σωκράτης (4ος αι.) μας διασώζει αρχαία παράδοση: «Εν Αλεξανδρεία, τη Τετράδι και τη λεγομένη Παρασκευή Γραφαί τε αναγινώσκονται, και οι διδάσκαλοι ταύτας ερμηνεύουσι, πάντα τε τα της συνάξεως γίνεται, δίχα της των μυστηρίων τελετής. Και τούτον εστιν εν Αλεξανδρεία έθος αρχαίον»[10].

Η Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία οργανώθηκε λειτουργικά σε συνδυασμό με την Ακολουθία του Εσπερινού, στο τέλος της οποίας παρατίθενται τα αγιασμένα σε προηγούμενη Θ. Λειτουργία Τίμια Δώρα για να μεταλάβουν εξ αυτών οι πιστοί. Γιατί όμως η Προηγιασμένη να συνδεθεί με την Ακολουθία του Εσπερινού και όχι του Όρθρου, ώστε να μπορούν οι πιστοί να κοινωνήσουν το πρωί, όπως γίνεται με τις Θ. Λειτουργίες της Κυριακής και του Σαββάτου;

Κατά τον αείμνηστο Ιω. Φουντούλη, προφανώς τα Κυριακά λόγια ότι «οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος… ὅσον χρόνον ἔχουσιν τὸν νυμφίον μετ’ αὐτῶν οὐ δύνανται νηστεύειν» (Μαρκ. 2, 19) είχαν καθοριστική επίδραση στο σημείο αυτό: με τη Θ. Κοινωνία ο Νυμφίος συνδέεται με την αγαπώσα αυτόν ψυχή και έτσι οι «υιοί του νυμφώνος» δεν μπορούν πλέον να συνεχίζουν να νηστεύουν. Γι’ αυτό η Θ. Λειτουργία τελείται το πρωί της Κυριακής και του Σαββάτου, ενώ τις καθημερινές που οι πιστοί πενθούν νηστεύοντας όλη την ημέρα, κοινωνούν μετά την ενάτη ώρα και τον Εσπερινό και στη συνέχεια λαμβάνουν νηστίσιμη τροφή (ξηροφαγία). Δηλαδή, η Θ. Κοινωνία στην Προηγιασμένη προσδιορίστηκε χρονικά βάσει της νηστείας της «ενάτης» και δεν μπορεί παρά να είναι το επιστέγασμα της ολοημέρου ασιτίας η οποία καταλύεται με την ξηροφαγία. Αυτό υπονοεί ο ιερός Χρυσόστομος λέγοντας «Ἰδοὺ, τὴν ἡμέραν ἄσιτοι διετελέσαμεν σήμερον ἅπασαν, καὶ τράπεζαν ἐν ἑσπέρᾳ παραστησόμεθα οὐχ ὁμοίαν τῇ χθεσινῇ τραπέζῃ, ἀλλ' ἐνηλλαγμένην καὶ σεμνοτέραν»[11].

Συν τω χρόνω, όμως, επειδή οι πιστοί δεν ήταν σε θέση είτε να παρακολουθήσουν τη Προηγιασμένη το απόγευμα ή να παραμείνουν τελείως άσιτοι για να κοινωνήσουν στο τέλος του Εσπερινού, παρουσιάστηκε η ανάγκη προσφυγής στην εκκλησιαστική οικονομία. Η Εκκλησία εφαρμόζοντας την οικονομία επέτρεψε την τέλεση της Προηγιασμένης το πρωί, πρακτική η οποία έχει πλέον καθιερωθεί[12]. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται μία προσπάθεια επιστροφής στην αρχαία πράξη της Εκκλησίας με την τέλεση της Προηγιασμένης στην «ώρα» της, δηλ. το απόγευμα, κατά τον Εσπερινό.

‘Όμως, η άμβλυνση του ασκητικού φρονήματος, και συνακόλουθα της νηστείας, με την απώλεια της ξηροφαγίας της «ενάτης» ως του κανόνος της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής, και η παράλληλη επιστροφή στην αρχαία λειτουργική πράξη έθεσε το ερώτημα: ποια νηστεία πρέπει να τηρήσει όποιος θέλει να κοινωνήσει σε απογευματινή Προηγιασμένη;

Νομίζουμε ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω η απάντηση είναι μία: ολοήμερη ασιτία μέχρι τη Θ. Κοινωνία. Η Προηγιασμένη γεννήθηκε και διαμορφώθηκε μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αυστηρότητος της νηστείας, και δεν είναι επιτρεπτό να αποκοπεί από αυτό. Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αι.) είναι σαφής: «Η προηγιασμένη Λειτουργία άνωθεν και εκ των διαδόχων των Αποστόλων εστίν… και αληθώς των Αποστόλων είναι αυτή πιστεύομεν, εξ αρχής γεγενημένην δι’ αυτήν την νηστείαν. ώστε πενθείν και μη εορτάζειν ημάς εν ταις του πένθους ημέραις… Και περί μεν την ενάτην ώραν ταύτην τελούμεν την τελετήν (την Προηγιασμένη), αποσώζοντες τον όρον της νηστείας, άπαξ προς την εσπέραν εσθίειν τετυπωμένου»[13].

Επιπλέον, σύμφωνα με την κανονική και λοιπή εκκλησιαστική παράδοση, η νηστεία που έχει καθιερώσει η Εκκλησία μας για τη συμμετοχή στη Θ. Ευχαριστία είναι η αφ’ εσπέρας τέλεια αποχή από οτιδήποτε βρώσιμο και πόσιμο[14].

Η κανονική παράδοση επ’ αυτού είναι κατηγορηματική:

1. Σύμφωνα με τον Καρθ-47 (κατά το Πηδάλιο -50) τα «άγια» προσφέρονται από «νηστικών» ανθρώπων. Μάλιστα ο κανόνας μνημονεύει απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία όμως δεν έχει διασωθεί[15].

2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Καρθ-41 (κατά το Πηδάλιο -48)[16]:

α. Στα «Άγια θυσιαστηρίου» μόνο «νηστικοί άνθρωποι» μπορούν να προσέλθουν.

β. Η εξαίρεση που προβλέπει ο κανόνας σύμφωνα με την οποία τη Μ. Πέμπτη «ἐν ᾗ τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐπιτελεῖται» μπορούν να προσέλθουν στη Θ. Κοινωνία και μη νηστικοί δεν ισχύει μετά την ρητή τροποποίησή του από τον Στ-29. Η Στ’ εν Τρούλω Οικουμενική θεώρησε τη διάταξη αυτή ως προσωρινή οικονομία των Πατέρων της Καρχηδόνος, και την ακυρώνει σημειώνοντας επί λέξει: «Μηδενὸς οὖν ἡμᾶς ἐνάγοντος καταλιπεῖν τὴν ἀκρίβειαν, ὁρίζομεν, ἀποστολικαῖς καὶ πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι, μὴ δεῖν ἐν Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν Πέμπτην λύει, καὶ ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν». Για τους Πατέρες της Στ΄ Οικουμενικής η τήρηση της ευχαριστιακής νηστείας-ασιτίας θεμελιώνεται σε «αποστολικές και πατερικές παραδόσεις», η τυχόν δε περιφρόνησή της, ακόμα και τη Μ. Πέμπτη, οδηγεί σε «ατίμωση» όλης της Τεσσαρακοστής!

γ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η τελευταία φράση του Καρθ-41 (κατά το Πηδάλιο -48): διασώζει την αρχαία πράξη σύμφωνα με την οποία η Εξόδιος Ακολουθία, ετελείτο στα πλαίσια της Θ. Λειτουργίας. Τι θα συνέβαινε όμως αν έπρεπε να τελεσθεί η Εξόδιος το απόγευμα, ενώ αυτοί που θα ιερουργούσαν είχαν ήδη γευματίσει; Η Εκκλησία, ασφαλώς, ασκεί την οικονομία. Προσοχή όμως! Όχι προς την κατεύθυνση της άρσεως της προ της Θ. Κοινωνίας νηστείας (ασιτίας), αλλά με την τέλεση μόνο της Εξοδίου Ακολουθίας άνευ Θ. Λειτουργίας («μόναις εὐχαῖς ἐκτελεσθῇ»)! Τόσο αυστηρή και ανελαστική ήταν η αρχαία Εκκλησία ως προς το ζήτημα απόλυτης νηστείας (ασιτίας) προ της Θ. Κοινωνίας. Δεν ασκούσε την οικονομία για κατάλυση της ευχαριστιακής νηστείας ούτε στην περίπτωση της Εξοδίου Ακολουθίας!

Η εκκλησιαστική οικονομία εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση επικειμένου θανάτου σύμφωνα με ρητή κανονική διάταξη του Αγ. Νικηφόρου Ομολογητού (9ος αι.) «Δει μεταδιδόναι της θείας Κοινωνίας τω ασθενούντι αποθανείν κινδυνεύοντι, και μετά το γεύσασθαι βρώσεως» (κανών Θ΄)[17], με την οποία τροποποιείται η σχετική απαγόρευση του Άγ. Αναστασίου του Σιναΐτου (7ος αι.)[18].

Ο σεβασμός προς την τήρηση της προ της Θ. Κοινωνίας αυστηρής νηστείας (ασιτίας) είναι εμφανής από τον απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο ο Αγ. Ιω. Χρυσόστομος αρνείται τη συκοφαντική κατηγορία «ὅτι τινὰς ἐκοινώνησε μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτούς». Αναφέρει ο Άγιος: «Πολλὰ κατ’ ἐμοῦ ἐσκευάσαντο, καὶ λέγουσιν, ὅτι τινὰς ἐκοινώνησα μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτούς. Καὶ εἰ μὲν τοῦτο ἐποίησα, ἐξαλειφθείη τὸ ὄνομά μου ἐκ τῆς βίβλου τῶν ἐπισκόπων, καὶ μὴ γραφείη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅτι ἰδοὺ ἐὰν τοιοῦτον ἐγὼ ἔπραξα, καὶ ἀποβαλεῖ με Χριστὸς ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ»![19]

Ο ιερός Αυγουστίνος αποδίδει την αυστηρότητα της ευχαριστιακής νηστείας σε εντολή του Αγ. Πνεύματος[20], ενώ ο ιστορικός Σωκράτης (4ος αι.) χαρακτηρίζει «ουχ ως έθος χριστιανών» την τέλεση Θ. Ευχαριστίας χωρίς να έχει προηγηθεί ολοήμερη νηστεία[21].

Έτσι, ο Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης συγκεφαλαιώνοντας την εκκλησιαστική παράδοση σημειώνει: «Όθεν και οι θέλοντες μεταλαβείν, έως προ του μεσονυκτίου έχουν την άδειαν να πίνουν νερό και μετά ταύτα πρέπει να μην βάλουν τίποτε εις το στόμα, έως ου μεταλάβουν»[22].



Συμπερασματικά:

1. Η Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία είναι θαυμάσια ευκαιρία για να κατανοήσουν οι πιστοί μας ότι η Θ. Κοινωνία δεν προσφέρεται ως βραβείο ή έπαθλο σε υποτιθέμενους νικητές, αλλά μόνο ως «φάρμακο» σε όσους προσπαθούν να θεραπευθούν από τις αρρώστιες-πάθη, και ως «βιταμίνη» σε όσους αγωνίζονται στον δύσκολο πνευματικό αγώνα.

2. Η εκκλησιαστική μας παράδοση μπορεί και αξιοποιεί και την ακρίβεια και την οικονομία στην περίπτωση της Προηγιασμένης κρατώντας όμως την ουσία της, που είναι ο κατά δύναμιν πνευματικός αγώνας για τη μετοχή μας στο Σώμα του Χριστού: για όσους μπορούν να αγωνιστούν έντονα προσφέρει το «φάρμακο αθανασίας» στην κατά λειτουργική ακρίβεια τελούμενη (απογευματινή) Προηγιασμένη. Για όσους δεν μπορούν να αντέξουν «τον καύσωνα της ημέρας» με την απόλυτη ολοήμερη ασιτία προσφέρει το ίδιο «φάρμακο αθανασίας» στην κατά λειτουργική οικονομία τελουμένη (πρωινή) Προηγιασμένη.

Και στις δύο περιπτώσεις είναι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Αυτό θα πρέπει να γίνει απολύτως σαφές από τους πιστούς μας.

Η επιμονή πιστού να κοινωνήσει σε απογευματινή Προηγιασμένη ενώ έχει πάρει το πρωινό του και η ταυτόχρονη αναιτιολόγητη ουσιαστικά άρνησή του να κοινωνήσει το πρωί που προτείνει ο πνευματικός, σύμφωνα με την παράδοση των Αγίων μας, καταδεικνύει σοβαρό πνευματικό πρόβλημα. Το πρόβλημα θα ενταθεί αν ο πνευματικός ενδώσει στην επιμονή του πιστού και του παράσχει την «ευλογία»… Έτσι υπάρχει ο κίνδυνος σιγά-σιγά αυτός ο πιστός να αξιολογεί ως μείζον όχι το γεγονός της παρουσίας του ίδιου του Χριστού στη Θ. Κοινωνία, αλλά το “περιβάλλον” στο οποίο ο Κύριος προσφέρεται. Θα περιφρονήσει έτσι ο πιστός μας το πολύτιμο Δώρο καθ’ εαυτό επιζητώντας πρωτίστως το περιτύλιγμά Του…

Έτσι, με την ψευδαίσθηση ότι επιστρέφουμε δήθεν στην παράδοση, μετατρέπουμε την οικονομία σε… παραοικονομία με ουσιαστική αλλοίωση του φρονήματος των πιστών.

3. Η επιθυμία των πιστών για μετοχή στο Ποτήριο της Ζωής, όπως το ζούσε η αρχαία Εκκλησία σε απογευματινή Προηγιασμένη, είναι μοναδική ποιμαντική ευκαιρία να συνδυαστεί με την προσπάθεια επιστροφής-μύησης στο ασκητικό φρόνημα της αρχαίας Εκκλησίας: η ευχαριστιακή νηστεία, που ασφαλώς δεν σημαίνει μόνο ασιτία, αλλά και σιωπή, φυλακή των αισθήσεων και περισυλλογή του νου όλη την ημέρα, ως αναμονή για τη μετοχή στο Ποτήριο της Ζωής και κατ’ επέκταση συμμετοχής στον πνευματικό αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής.

4. Εμείς ως λειτουργοί, συμμεριζόμενοι τη δυσκολία της ευχαριστιακής νηστείας, οφείλουμε να τηρούμε επακριβώς τη λειτουργική ακρίβεια διευκολύνοντας τους πιστούς μας: η Προηγιασμένη να τελείται αμέσως μετά την «ενάτη», στις 3:00 μμ, και όχι αργά το απόγευμα ή το βράδυ, οπότε η δυσκολία της ασιτίας εξελίσσεται πολύ έντονα για τους νηστεύοντες.

Συμπερασματικά, «ἀποστολικαῖς καὶ πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι» (Στ-29) δεν μπορούμε παρά να τηρούμε με σεβασμό την εκκλησιαστική παράδοση στο ζήτημα της ευχαριστιακής νηστείας στην Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων καλλιεργώντας στους πιστούς μας το ασκητικό φρόνημα της παραδόσεώς μας. Μόνο τότε θα έχουμε αληθή επιστροφή στην παράδοση των Αγίων μας.




[1] Αναλυτικότερα Ι. Φουντούλη, Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων [Κείμενα Λειτουργικής, 8], Θεσσαλονίκη 19782, Π. Σκαλτσή, «Αρχαϊκά στοιχεία στη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων», στο Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 226-236.


[2] Λαοδ-52: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ γάμους ἢ γενέθλια ἐπιτελεῖν».


[3] Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης συνδέει τον επί του Σταυρού θάνατο του Κυρίου κατά την ενάτη ώρα με την κατά του Αδάμ εξενεχθείσα απόφαση : «Τέθνηκεν ο Σωτήρ εν τη ενάτη ώρα, ότε και εν τω δειλινώ οφθείς αυτός εν τω παραδείσω, κατά του Αδάμ εξήνεγκε την του θανάτου απόφασιν … και νεκρός Αδάμ γέγονεν» (PG 155, 900Β).


[4] Αποστ-69: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα οὐ νηστεύει, ἢ Τετράδα, ἢ Παρασκευήν, καθαιρείσθω, ἐκτὸς εἰ μὴ δι᾿ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω».

Λαοδ-50: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν Πέμπτην λύειν, καὶ ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν· ἀλλὰ δεῖ πᾶσαν τὴν Τεσσαρακοστὴν νηστεύειν ξηροφαγοῦντας».


[5] Λαοδ-49: Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ ἄρτον προσφέρειν, εἰ μὴ ἐν Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ μόνον», βλ. σχόλια Ζωναρά και Βαλσαμώνος στον Στ-52, στο Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Β΄, σ. 427-428.


[6] Η βασική αυτή λειτουργική αρχή συμπαρασύρει και τις μνήμες των εορταζομένων αγίων, οι οποίες δεν επιτρέπεται να τελούνται τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής, σύμφωνα με τον Λαοδ-51 («Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ μαρτύρων γενέθλια ἐπιτελεῖν, ἀλλὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων μνήμας ποιεῖν ἐν τοῖς Σαββάτοις καὶ ταῖς Κυριακαῖς»). Στην λειτουργική αυτή αρχή οφείλεται η καθιέρωση της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως (εορτή αρχικά της ευρέσεως του Τ. Σταυρού υπό της Αγ. Ελένης (6 Μαρτίου), των Κυριακών προς τιμήν του Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος και της Αγ. Μαρίας της Αιγυπτίας (Δ΄ και Ε΄ Κυριακή των Νηστειών).


[7] Μ. Βασιλείου, επιστολή 93, προς Καισαρίαν πατρικίαν: «Και το κοινωνείν καθ’ εκάστην ημέραν, και μεταλαμβάνειν του αγίου σώματος και αίματος του Χριστού, καλόν και επωφελές … ημείς μέντοιγε τέταρτον καθ’ εκάστην εβδομάδα κοινωνούμεν, εν τη Κυριακή, εν τη Τετράδι, και εν τη Παρασκευή, και τω Σαββάτω, και εν ταις άλλαις ημέραις, εάν η μνήμη αγίου τινός» (PG 32, 484B).


[8] Θεοδώρου Στουδίτου, Ερμηνεία της Θ. Λειτουργίας των Προηγιασμένων, PG 99, 1687.


[9] Στ-52 : «Ἐν πάσαις ταῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν νηστειῶν ἡμέραις, παρεκτὸς Σαββάτου, καὶ Κυριακῆς, καὶ τῆς ἁγίας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡμέρας, γινέσθω ἡ τῶν προηγιασμένων ἱερὰ λειτουργία».

Σύμφωνα δε με τον Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης: «Επεί γαρ αναγκαιοτάτη προ παντός η φρικτοτάτη και ιερά τελετή, και του κόσμου παντός σωτήριον, ουκ έδοξεν δίκαιον είναι καθόλου πεπαύσθαι ταύτην ουδέ κατ’ αυτήν την μεγάλην ονομαζομένην και ούσαν Τεσσαρακοστήν. Διό και εν αυτή κατά Σάββατον μεν οι Πατέρες διετυπώσαντο και Κυριακήν, την ιεράν επιτελείν ημάς θυσίαν, εκπληρούντες το του Κυρίου παράγγελμα… Εν ταις πέντε δε ημέραις λειτουργείν προηγιασμένα, και ουδ’ εν άλλη τινι ημέρα την αναίμακτον και ζωόθυτον θυσίαν τελείσθαι ου νενομοθετήκασι» (PG 155, 904B).


[10] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλ. E΄, κεφ. κβ΄, PG 67, 636AB.


[11] Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, εις Αδριάντας, λόγος δ΄, PG 49, 68Α.


[12] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς απορίας, τ. Β΄, εκδ. Αποστολική Διακονία, 19944, σ. 120-124.


[13] Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, προς τον Πενταπόλεως Γαβριήλ, απάντηση νε΄, PG 155, 904Α.


[14] Ι. Φουντούλη, Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων [Κείμενα Λειτουργικής, 8], Θεσσαλονίκη 19782, σ. 6, του ιδίου, «Ευχαριστιακή νηστεία», στο Λειτουργικά Θέματα, τ. Γ΄, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 78, Π. Σκαλτσή, ο.π., σ. 230.

[15] «Περὶ τῆς πίστεως γὰρ τοῦ ἐν Νίκαιᾳ τρακτάτου ἠκούσαμεν· ἀληθές ἐστι περὶ τῶν γινομένων μετὰ τὸ ἄριστον ἁγίων, ἵνα ἀπὸ νηστικῶν, ὡς ἐστὶν ἄξιον, προσφέρωνται, καὶ τότε ἐβεβαιώθη». Βλ. σχόλια των βυζαντινών κανονολόγων Ζωναρά, Βαλσαμώνος, Αριστηνού, στο Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Γ΄, σ. 417-418.


[16] Καρθ-41 (κατά το Πηδάλιο -48): «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι, ἐξῃρημένης μιᾶς ἐτησίας ἡμέρας, ἐν ᾗ τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐπιτελεῖται. Ἐὰν δέ τινων κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν τελευτησάντων εἴτε ἐπισκόπων, εἴτε τῶν λοιπῶν, παράθεσις γένηται, μόναις εὐχαῖς ἐκτελεσθῇ, ἐὰν οἱ ταύτην ποιοῦντες ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι».

[17] Σχετικός είναι και ο Α-13: «Περὶ δὲ τῶν ἐξοδευόντων, ὁ παλαιὸς καὶ κανονικὸς νόμος φυλαχθήσεται καὶ νῦν, ὥστε, εἴ τις ἐξοδεύοι, τοῦ τελευταίου καὶ ἀναγκαιοτάτου ἐφοδίου μὴ ἀποστερεῖσθαι».


[18] «Περί δε των νεκρών, ει έξεστι του βίου τούτον εξερχόμενον κοινωνείν; και ει μεν ευρέθη νήστις, κοινωνίας αξιούσθω . ει δε μηγε, εαθήτω ακοινώνητος», Αγ. Αναστασίου Σιναΐτου, στο J.B.Pitra, Juris Ecclesiastici Graecorum Historia et Monumenta II, Romae, 1868, σ. 278.


[19] Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, Πρός Κυριακόν Ἐπίσκοπον ἐν ἐξορίᾳ ὄντα καὶ αὐτόν, PG 52, 683.


[20] S. Augustini Episcopi, Epistula 54, VI, 8, PL 33, 203.


[21] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλ. E΄, κεφ. κβ΄, PG 67, 636AB.


[22] Πηδάλιον, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 245.