29 Μαϊου 1453, Εάλω η Πόλις

Η Κωνσταντινούπολη
Η θέση της Κωνσταντινούπολης ήταν μοναδική για τον τότε γνωστό κόσμο, ενώ ακόμη και σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο στρατηγικά σημεία στον πλανήτη μας. Βρίσκεται στο σημείο που ενώνονται οι δυο ήπειροι, η Ευρώπη και η Ασία, ενώ ταυτόχρονα ελέγχει τους στρατιωτικούς δρόμους από τη Μαύρη θάλασσα προς τη Μεσόγειο.

Η θέση της ίδιας της πόλης ήταν εξαιρετικά οχυρή. Από τις τρεις πλευρές περικλείεται από θάλασσα (Προποντίδα, Βόσπορος, Κεράτιος κόλπος), ενώ από την τέταρτη μπορούσε να οχυρωθεί εύκολα με τείχος.

Επίσης βρισκόταν στο σταυροδρόμι των εμπορικών οδών της εποχής, του οδικού, που ξεκινούσε από την Ευρώπη και κατέληγε στη Μεσοποταμία και μέσω του δρόμου του μεταξιού στην Κίνα, αλλά και του θαλάσσιου που ξεκινούσε από τις ιταλικές πόλεις και έφθανε στη Μαύρη θάλασσα. Επίσης διέθετε ένα καλό φυσικό λιμάνι, τον Κεράτιο κόλπο.

Χάρις στα απόρθητα τείχη της και στην ισχύ του βυζαντινού κράτους η Κωνσταντινούπολη έμεινε απόρθητη για σχεδόν 1000 χρόνια. Γνώρισε πολλές πολιορκίες από τους Αβάρους, τους Αραβες, τους Ρώσους, τους Βουλγάρους, αλλά έμελλε να πέσει για πρώτη φορά το 1204 στα χέρια των Σταυροφόρων, οι οποίοι κατευθύνονταν προς την Παλαιστίνη για να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους.

Οι Βυζαντινοί ξαναπήραν στην κατοχή τους την Κωνσταντινούπολη το 1261 και τη διατήρησαν για σχεδόν 200 χρόνια ακόμη. Παρά την αδυναμία τους οι Βυζαντινοί θα αποκρούσουν και άλλες πολιορκίες μέχρι να φθάσει η αποφράδα μέρα του 1453.

Εάλω η Πόλις
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης άρχισε επίσημα στις 7 Απριλίου του 1453. Όμως οι προετοιμασίες είχαν αρχίσει τον Ιανουάριο του ίδιου έτους με την μεταφορά των κανονιών και τον Μάρτιο με την έλευση του οθωμανικού στρατού κάτω από τα τείχη της Πόλης.

Οι πολιορκητές ανέρχονταν σε 150.000 στρατιώτες και πλαισιώνονταν από τεχνίτες, εργάτες, υπηρέτες, κλπ. και μεγάλο πλήθος ατάκτων. Ηταν άριστα οργανωμένος και εκπαιδευμένος και φανατισμένος από τους δερβίσηδες (Τούρκους μοναχούς), που κυκλοφορούσαν στο στρατόπεδο και τόνωναν την πολεμική ορμή του πλήθους. Ο πολεμικός στόλος αποτελούμενος από 400 πλοία έφθασε στο Βόσπορο στις 12 Απριλίου.

Ο Μωάμεθ έστησε τη σκηνή του απέναντι από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Για τον αποκλεισμό της πόλης χρησιμοποίησαν τα κάστρα που είχαν χτίσει στις δυο πλευρές του Βοσπόρου, το Ανατολού και το Ρούμελη.

Μέσα από τα τείχη η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. Η Κωνσταντινούπολη είχε χάσει όλη τη λάμψη του παρελθόντος. Ηταν μια ερειπωμένη πόλη, που μόνο το Παλάτι, ο Ιππόδρομος, και οι μεγάλες εκκλησίες θύμιζαν το λαμπρό παρελθόν. Ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τα 50.000 άτομα. Οι Βυζαντινοί στρατιώτες ανέρχονταν σε 5.000 και 2.000 οι ξένοι, κυρίως Γενουάτες και Βενετοί. Μάλιστα 700 Γενουάτες είχαν φθάσει με δυο καράβια στις 26 Ιανουαρίου 1453 και αρχηγό τον έμπειρο Ιωάννη Ιουστινιάνη. Τα τείχη είχαν επισκευαστεί βιαστικά, και εκβαθύνθηκε η τάφρος. Συγκεντρώθηκαν τρόφιμα, ενώ τα κειμήλια των εκκλησιών δόθηκαν για να κοπούν νομίσματα και να πληρωθούν οι στρατιώτες. Επίσης είχαν σταλεί επιστολές βοήθειας σε όλους τους χριστιανούς ηγεμόνες. Οι Γενουάτες στα τείχη του Γαλατά έμειναν ουδέτεροι και δεν βοήθησαν καθόλου στην άμυνα της πολης.

Η τουρκική επίθεση άρχισε με βολές πυροβολικού, που άνοιγαν τρύπες στα τείχη, τις οποίες όμως κατάφερναν να κλείσουν οι αμυνόμενοι. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να σπάσουν την αλυσίδα του Κερατίου κόλπου, αλλά δεν τα κατάφεραν . Μάλιστα στις 20 Απριλίου κατόρθωσαν να περάσουν ένα βυζαντινό και τρία γενουατικά καράβια με αρχηγό τον Φλαντανελλά διαλύοντας την αντίσταση των Τούρκων. Δυο μέρες αργότερα οι Οθωμανοί κατασκεύασαν διόλκο δώδεκα χλμ. από τον Βόσπορο στον Κεράτιο και πέρασαν με αυτό τον τρόπο 70 πλοία στον Κεράτιο κόλπο

Στις 21 Μαίου ο Μωάμεθ ζήτησε την παράδοση της πόλης και υπόσχονταν στον Κωνσταντίνο και σε όσους ήθελαν ότι θα μπορούσαν να φύγουν ελεύθεροι από την πόλη. Ο Κωνσταντίνος πρότεινε να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας -πλήρωνε 300.000 ασημένια νομίσματα ετησίως-, αλλά να κρατήσει υπό την κατοχή του την Κωνσταντινούπολη: "Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ' εμόν έστιν ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών".

Στις 27 Μαίου άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός. Δυο μέρες αργότερα ξεκίνησε η τελική επίθεση σε πολλά μέρη των τειχών, αλλά με επίκεντρο την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, διότι εκεί το τείχος είχε σχεδόν καταπέσει. Στην τρίτη τουρκική έφοδο, ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και αποσύρθηκε από τη μάχη. Η αποχώρησή του έφερε σύγχυση στους αμυνόμενους και οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ', ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, έπεσε στα τείχη σαν απλός στρατιώτης. Η Πόλις εάλω!

Μετά την Άλωση
Τις τρεις πρώτες ημέρες μετά την Αλωση οι Τούρκοι στρατιώτες κατέστρεφαν και λεηλατούσαν την Πόλη. Ολοι οι χριστιανοί εξανδραποδίστηκαν. Μόνον λίγοι Κωνσταντινουπολίτες κατόρθωσαν να διαφύγουν με πλοία από τον Κεράτιο κόλπο, διότι οι ναύτες των οθωμανικών πλοίων μετείχαν στη λεηλασία της πόλης.

Ο Μωάμεθ μπήκε στην Πόλη και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία, τον κύριο χριστιανικό ναό της πόλης, που είχε χτιστεί από τον αυτοκράτορα Ιουστιανιανό το έτος 532. Η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί. Την ίδια ημέρα οι Γενουάτες του Γαλατά δήλωσαν υποταγή στον Μωάμεθ και εκείνος για να τους ανταμείψει τους παραχώρησε προνόμια.

Τις επόμενες ημέρες ο Μωάμεθ διευθέτησε τα σημαντικότερα προβλήματα που είχαν ανακύψει μετά την Αλωση. Εκτέλεσε όλους τους επιφανείς Βυζαντινούς, ακόμη και τον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά, που είχε δηλώσει πριν την Αλωση ότι προτιμούσε τους Οθωμανούς από τους Λατίνους, διόρισε ένα προσωρινό διοικητή (σούμπαση) της πόλης και ηγέτες σε όλες τις θρησκευτικές κοινότητες του κράτους του.

Νέος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης εκλέχθηκε ο Γεώργιος Σχολάριος (ως Γεννάδιος Β'), ο μέχρι τότε αρχηγός των ανθενωτικών, στον οποίο ο Μωάμεθ έδωσε τόσα προνόμια, ώστε ουσιαστικά τον κατέστησε και πολιτικό ηγέτη των χριστιανών ορθοδόξων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Όταν επέστρεψε στην Αδριανούπολη εκτέλεσε και τον βεζίρη Τσανταρλί Χαλίλ, που είχε αντιταχθεί στην πολιορκία της Πόλης και τον αντικατέστησε με τον Ζαγάνο Μεχμέτ πασά.

Από την Πόλη στην Ισταμπούλ
Μετά την Αλωση ο Μωάμεθ μετέφερε την πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη.

Όμως η πόλη ήταν ερειπωμένη και ερημωμένη, αφού τα δυο 24ωρα μετά την Αλωση σφαγιάστηκαν περίπου 30.000 κάτοικοί της. Ετσι μια από τις πρώτες ενέργειες του Μωάμεθ Β' ήταν να φέρει εποίκους στη νέα πρωτεύουσα από άλλες περιοχές του κράτους

Πρώτα έφερε Τούρκους κυρίως από την περιοχή της Προύσας και αμέσως μετά Ελληνες από τη Θράκη. Οι Ελληνες συγκεντρώθηκε στις συνοικίες Φανάρι, Πύλη της Αδριανούπολης και Ψαμαθιά.

Όμως εκτός από Ελληνες και Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκαν με τη βία Αρμένιοι, δόθηκαν κίνητρα στους Εβραίους της Ευρώπης και της Ισπανίας να μετοικίσουν στην Κων/πολη, ενώ οι Γενουάτες παρέμειναν εγκατεστημένοι στη συνοικία του Γαλατά. Ετσι η Κωνσταντινούπολη απέκτησε ένα πολυεθνικό χαρακτήρα.

Το 1477 η απογραφή πληθυσμού έδειξε ότι 9.486 σπίτια κατοικούνταν από Τούρκους, 3.743 από Ελληνες, 1.647 από Εβραίους, 434 από Αρμένιους, 384 από Αρμένιους, 332 από Φράγκους (κυρίως Γενουάτες), 267 από Χριστιανούς της Κριμέας και 31 από τσιγγάνους.

Συνολικά οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης εκείνη την εποχή υπολογίζονταν σε 80.000 άτομα.

Ο Μωάμεθ στόλισε την Κωνσταντινούπολη όπως άρμοζε σε μια πρωτεύουσα.

Στο κέντρο έχτισε το ανάκτορό του (το Εσκί Σαράι, που κατεδαφίστηκε στη δεκαετία 1870-1880 για να χτιστεί το Υπουργείο Πολέμου και που στεγάζει πλέον το Πανεπιστήμιο).

Αργότερα έχτισε άλλο ανάκτορο στη συμβολή του Βοσπόρου με τον Κεράτιο κόλπο (το Γενί σαράι, που αργότερα ονομάστηκε Τοπ Καπί), το τζαμί Φατίχ στη θέση της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων (Χτίστηκε το 1463 από τον Μωάμεθ Β' τον Πορθητή (Φατίχ). Πρόκειται για κτίσμα χωρίς επιδράσεις από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, αντίθετα ενσωματώνει τα περισσότερα στοιχεία της ισλαμικής αρχιτεκτονικής. Με το Φατίχ τζαμί ήταν συνδεδεμένοι οκτώ μεντρεσέδες, οι καλύτερες θεολογικές σχολές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Καταστράφηκε από πυρκαιά το 1766) και πολλά δημόσια ιδρύματα.

Ετσι μετά την Αλωση η Κωνσταντινούπολη γνώρισε και πάλι μια εποχή ευημερίας.


Εγινε η πρωτεύουσα μιας λαμπρής αυτοκρατορίας, της οθωμανικής, μόνο που τώρα πια δεν έλαμπε στο χριστιανικό κόσμο, αλλά στον οθωμανικό, ο οποίος άπλωσε την κυριαρχία του σε δυο ηπείρους, την Ευρώπη και την Ασία για τέσσερις αιώνες. Η Κωνσταντινούπολη ήταν το φυσικό κέντρο της.

29 Μαϊου 1453


"Mια ομάδα μαθητών της Αθωνιάδος Σχολής συμφώνησαν να ρωτήσουν τον Γέροντα αν θα πάρουμε την Πόλη και αν θα ζουν και οι ίδιοι τότε. Πήγαν στο καλύβι του, πήραν κέρασμα, αλλά ντρέπονταν να ρωτήσουν. Ο ένας έκανε νόημα στον άλλο και τελικά κανείς δεν τολμούσε να κάνει την ερώτηση. Τότε τους λέγει ο Γέροντας: «Τι είναι, βρε παλληκάρια; Τι θέλετε να ρωτήσετε; Για την Πόλη; Θα την πάρουμε και θα ζείτε κιόλας». ‘Ένα παιδί μετέφερε τα λόγια του Γέροντα στον δάσκαλο Κωνσταντίνο Μαλλίδη, που ήταν καλός χριστιανός και θερμός πατριώτης. Αυτός ήρθε με ενδιαφέρον να βεβαιωθεί καλύτερα από τον ίδιο τον Γέροντα, και ρώτησε για την Πόλη. Ο Γέροντας του απάντησε: «Άστα αυτά, Κώστα, δεν είναι για μας αυτά. Εμείς για άλλη Πόλη πρέπει να ετοιμαζόμαστε». Αυτά ήταν προσημάνσεις για τον επικείμενο θάνατο τους, γιατί πράγματι δεν άργησε να φύγη πρώτα ο Κώστας και ύστερα ο Γέροντας, για την αληθινή και ουράνια Πατρίδα μας, «την καινήν πόλιν», την άνω Ιερουσαλήμ."


Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, + Ιερομονάχου Ισαάκ, Καλύβη Αναστάσεως, Καψάλα, Καρυές, Άγιον Όρος, Σελ: 316

Να ζεις κάτι μέσ'στην καρδιά ...



Για να είσαι, όμως, ταπεινός είναι ανάγκη να ζεις κάτι μέσ'στην καρδιά σου, αλλιώς σε πνίγει το παράπονο.

Λες: "αν δε μιλήσω, τι θα γίνει; Πώς θα αντέξω; Θέλω κι εγώ λίγο να δικαιωθώ! Θέλω κι εγώ λίγο να φανώ!"

Η Ανάσταση του Χριστού τι μας έδειξε; Για να φανείς πρέπει πρώτα καλά-καλά να θαφτείς. Αλλά όταν θάβεσαι στη ζωή, αν έχεις επαφή με το Χριστό, τότε αντέχεις τις ταπεινώσεις. Τότε ο Κύριος σου δίνει δύναμη και μπορείς να τα βγάλεις πέρα! Γιατί ποτέ δεν είσαι μόνος ακόμα και αν νιώθεις απόλυτη μοναξιά.


~απόσπασμα από ραδιοφωνική εκπομπή του π.Ανδρέα Κονάνου~

Γιατί Οι Ορθόδοξοι Δεν Έχουμε Αγάλματα Όπως Οι Παπικοί;






Με αφορμή το άρθρο του Αρχ. Δανιήλ Αεράκη «Από πότε σε Ορθόδοξο Ναό μαζί με τις εικόνες έχουμε και αγάλματα;», κρίναμε σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή έρευνα η οποία δείχνει γιατί οι Ορθόδοξοι δεν έχουμε αγάλματα όπως οι παπικοί.

Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε εἰκονίσματα, ὅπως ἔτσι μᾶς διέταξαν νά κάνουμε οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἔχουμε εἰκονίσματα καί ὄχι ἀγάλματα ἤ ἀνδριάντες, ὅπως ἔχουν οἱ Καθολικοί. Ἀλλά ἡ εἰκόνα δέν εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πρόσω­πο πού εἰκονίζει, γι᾽ αὐτό καί λέγεται «εἰκών» ἀπό τό «ἐοικέναι», πού σημαίνει «ὁμοιάζω».

Ἐνῶ τά λείψανα τῶν ἁγίων εἶναι αὐτό τό ἴδιο τῶν σῶμα τῶν ἁγίων πού ἔκανε ἀσκητικά παλαίσματα γιά νά ἔλθει ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ σ᾽ αὐτό καί εἶναι τό σῶμα πού ὑπέστη μαρτυρικούς βασανισμούς, μή ἀρνούμενος ὁ ἅγιος τήν πίστη του στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Γι᾽ αὐτό καί τά λείψανα τῶν ἁγίων τά τιμοῦμε περισσότερο ἀπό τά ἱερά εἰκονίσματα. Ὅμως, ὅταν προσκυνᾶμε τιμητικά μία εἰκόνα, πρέπει νά νοιώθουμε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος ἐνώπιόν μας, εἶναι ἡ Ἴδια ἡ Παναγία στό ἱερό Της εἰκόνισμα πού προσκυνᾶμε. Εἶναι, παρίσταται, μέ τήν Χάρη Της. Ἔτσι διαβάζουμε στά ἱερά μας Συναξάρια ὅτι ἀπό τήν εἰκόνα ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ εἰκονιζομένου ἁγίου ἤ τῆς Παναγίας, ἄν πρόκειται διά δική Της εἰκόνα, ἤ ὅτι δάκρυσε ἤ χαμογέλασε ἡ εἰκόνα ἤ ὅτι ράγισε γιά νά δηλώσει κάποιο ἐρχόμενο κακό καί θλιβερό γεγονός ἤ ὅτι κινεῖται τό καντήλι Της, ὅπως συμβαίνει μέ τήν θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας στό Ἅγιον Ὄρος.

Γι᾽ αὐτό πρέπει μέ εὐλάβεια πολλή νά προσκυνᾶμε τά ἱερά εἰκονίσματα, γιατί σ᾽ αὐτά εἶναι οἱ μορφές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μας, τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅταν εἴμαστε, δηλαδή, μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, νά νοιώθουμε ὅτι εἴμαστε μπροστά στήν Ἴδια τήν Παναγία καί πρέπει λοιπόν νά προετοιμαζόμαστε κατάλληλα γιά μία τέτοια συνάντηση μαζί Της.

Ὁ ἅγιος πατήρ Παΐσιος ἔλεγε ὅτι, ὅταν πήγαινε στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας γιά νά προσευχηθεῖ, κρατοῦσε πάντα καί ἕνα λουλούδι στά χέρια του, γιά νά Τῆς τό προσφέρει.

Μ.Γόρτυνος Ιερεμίας

Η τέχνη της Δύσεως, η μουσική, η αρχιτεκτονική και η αγιογραφία, έχει καθαρά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με αυτήν της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στην δυτική ζωγραφική παράσταση ο Χριστός φαίνεται ως άνθρωπος και η Θεοτόκος και οι άγιοι ως κοινοί, μη μεταμορφωθέντες άνθρωποι. Και η φύση παρουσιάζεται «νατουραλιστικά», χωρίς μετοχή στο άκτιστο φως.

Αντίθετα, η Ορθόδοξη εικόνα εικονίζει τον Θεάνθρωπο Χριστό και τα μεταμορφωμένα πρόσωπα της Θεοτόκου και των Αγίων μέσα στον επίσης μεταμορφωμένο από την Άκτιστη Χάρη κτιστό κόσμο.
Στους Ναούς τους οι δυτικοί έχουν αγάλματα αντί για εικόνες και στις «ακολουθίες» τους χρησιμοποιούν μουσικά όργανα, κάτι που δεν είναι σύμφωνο με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Μετά την απόσχιση από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι καθολικοί αρχίζουν να διακοσμούν εξωτερικά τους ναούς με ανάγλυφα και αγάλματα (βλ. Γοτθικός ρυθμός).

Αργότερα το θεατρικό πνεύμα της αναγεννησιακής και μπαρόκ εποχής επιβάλλει την διακόσμηση με αγάλματα και στο εσωτερικό τους.

Η μόδα αυτή κατοχυρώνεται κατα τον 16ο αιώνα. Ο Μιχαήλ Άγγελος για να απεικονίσει τον Χριστό Κριτή στην Cappella Sistina αντιγράφει ένα άγαλμα του θεού Απόλλωνα γνωστού ως L’Apollo del Bel Vedere.

Επίσης άλλη μία αιτία για τη διάδοση των αγαλμάτων μεταξύ των καθολικών είναι η εγκατάλειψη της «Αγιογραφίας» η οποία μετατρέπεται σε «θρησκευτική τέχνη» (Giotto) έπειτα σε «τέχνη με θρησκευτικά αντικείμενα» και εν τέλει να ακυρωθεί από την αφηρημένη τέχνης της τότε πραγματικότητας.





H Oρθοδοξία και οι Άγιες Εικόνες
Γράφει ο κ. Κων. Χαρ. Κορλός, Θεολόγος


Η τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων του Χριστού, της Θεοτόκου, των Αγγέλων και των Αγίων κατέχει σπουδαία θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και είναι δόγμα της χριστιανικής πίστεως, που διατυπώθηκε από τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο και απορρέει από την εναθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού.
Και ενώ κατά τη διάρκεια της δισχιλιετούς ιστορικής της πορείας η Εκκλησία θριάμβευσε πολλές φορές εναντίον διαφόρων αιρέσεων, μόνο η νίκη κατά της εικονομαχίας, η νίκη της ορθής πίστεως και προς την εικόνα, διακηρύχθηκε επισήμως. Είναι η Κυριακή της Ορθοδοξίας η πρώτη της Μ. Τεσσαρακοστής. Το γεγονός αυτό δείχνει ακριβώς τη σπουδαιότητα που αποδίδει η Εκκλησία στην εικόνα, όχι σε οποιοδήποτε είδους απεικόνιση, αλλά στον εικονικό εκείνο τύπο που η ίδια η Εκκλησία επεξεργάστηκε και καθόρισε κατά τους αγώνες της εναντίον της ειδωλολατρίας, της εικονομαχίας και άλλων πλανών, τον τύπον που πλήρωσε με το αίμα μεγάλου αριθμού μαρτύρων και ομολογητών: τον ορθόδοξο τύπο.

Η σημασία των ιερών εικόνων για την Εκκλησία

Η Εκκλησία αποδίδει μεγάλη σημασία στην εικόνα. Γιατί η εικόνα δεν είναι μια απλή φωτογραφία, ένα πορτρέτο, δεν είναι μια απλή αναπαράσταση, ούτε διακόσμηση, ούτε εικαστική απόδοση της Αγίας Γραφής. Είναι λατρευτικό αντικείμενο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας. Η εικόνα είναι ένας τρόπος φανέρωσης της παράδοσης της εκκλησίας, ομοιόβαθμη με τη γραπτή και την προφορική παράδοση (Λ. Ουσπένσκη).
«Ό,τι ο λόγος μεταδίδει δια της ακοής, η ζωγραφική το αποδίδει σιωπηρώς με την παράσταση» (Μ. Βασίλειος). Και οι πατέρες της Ζ’ Οικουμεν. Συνόδου τονίζουν: «με τα δύο αυτά μέσα (λόγο και εικόνα), τα οποία αλληλοσυνοδεύονται…, λαμβάνομεν γνώσιν των ιδίων πραγματικοτήτων». Όπως κάποιοι άγιοι περιγράφουν τη Βασιλεία του θεού με λόγια, έτσι κάποιοι άλλοι κάνουν τις ίδιες περιγραφές με ορατές εικόνες, χρησιμοποιώντας σχήματα, γραμμές και χρώματα. Είναι η ίδια θεολογία που χρησιμοποιεί εικόνες αντί για λόγια. Αν ο λόγος και το άσμα της Εκκλησίας εξαγιάζουν την ψυχή μας με την αίσθηση της ακοής, η εικόνα την αγιάζει με τη σπουδαία αίσθηση της όρασης (Λ. Ουσπένσκη).
Η εικόνα, ως αναπόσπαστο τμήμα της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας, ευστόχως ονομάστηκε «θεολογία με ορατές παραστάσεις». Η εικόνα εμπνέεται από τη λατρεία και εκφράζει τη ζωή της Εκκλησίας, συνδέεται μ’ αυτή όπως τα κλαδιά με το δένδρο και σχηματίζει μ’ αυτή ένα ομοιογενές σύνολο.
Εικόνα και είδωλο
Το είδωλο διαφέρει από την εικόνα. Διότι είδωλο είναι η απεικόνιση ανύπαρκτου, ανυπόστατου και φανταστικού πράγματος (προσώπου ή φαινομένου) ενώ οι εικόνες όλων των αγίων της εκκλησίας αποτελούν απεικονίσεις πραγματικών ιστορικών προσώπων και γεγονότων, που είχαν άμεση σχέση προσωπικής κοινωνίας και αγιότητας με τον ένα αληθινό θεό. Τα αγάλματα και οι ανδριάντες είναι ξένα προς την Ορθόδοξη παράδο- ση και απαγορεύονται από τον όρο της Ζ’ Οικ. Συνόδου.

Η τιμή των εικόνων

Όταν προσκυνούμε τις άγιες εικόνες η τιμή δεν απευθύνεται στο υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένες, αλλά, όπως έγραψε ο Μ. Βασίλειος, «επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Προς τις εικόνες των αγίων προσφέρεται μόνο τιμητική προσκύνηση και όχι λατρεία. Τη λατρευτική προσκύνηση και την αληθινή λατρεία αποδίδουμε μόνο στον Τριαδικό θεό, τον οποίο απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός. Όμως, σύμφωνα με την Ορθόδοξη πίστη, και η ύλη αγιάζεται και παίρνει τη χάρη του Θεού (Τίμιος Σταυρός, νερό του Αγιασμού, λάδι του ευχελαίου κ.α.). Η θεία χάρη είναι εκείνη που κάνει τα ιερά λείψανα και τις άγιες εικόνες να θαυματουργούν. Γι’ αυτό πρέπει να ασπαζόμαστε τις άγιες εικόνες με ευλάβεια, καθαρή συνείδηση και αγνές αισθήσεις. Πρώτα προσκυνούμε το άγιο Ευαγγέλιο, έπειτα τον Τίμιο Σταυρό, κατόπιν την εικόνα του Χριστού, την εικόνα της Θεοτόκου και στη συνέχεια τις εικόνες των αγίων, σύμφωνα με τη δ’ πράξη της Ζ’ Οικουμ. Συνόδου.


Το βαθύτερο νόημα της Βυζαντινής αγιογραφίας

Η Βυζαντινή αγιογραφία είναι τέχνη αφιερωμένη στην υπηρεσία της Εκκλησίας, είναι τέχνη πνευματική. Δεν την ενδιαφέρει «το φυσικώς ωραίον», αλλά το σώμα ως «ναός του αγίου πνεύματος»!! Επιχειρεί να εκφράσει «το υπέρ φύσιν, υπέρ λόγον και έννοιαν στοιχείον των θεϊκών προσώπων» (Κ. Καλοκύρης). Οι άγιοι είναι «ουρανοπολίτες», έχουν υποστεί «την καλήν αλλοίωσιν από τη θεία χάρη, «ενεδύθησαν την αθανασίαν».

«Η καλή αλλοίωση είναι η κατά Χριστόν ωραιότης, αυτή που είναι για τους αμαρτωλούς αποκρουστική. Αυτή είναι η αυστηρότης που έχουν οι βυζαντινές εικόνες, γεμάτες από πραότητα, ταπεινότητα, εγκαρτέρηση και αγιότητα! Η αγιογραφία παριστάνει τους ανθρώπους «αναπλασθέντας εν τη αιωνιότητι». Ο αγιογράφος ζωγραφίζει με πνευματικό τρόπο, φωτισμένος από τη θεία χάρη. Γι’ αυτό νηστεύει και προσεύχεται και το έργο του είναι καρπός πνεύματος» (Φ. Κόντογλου).

Η εικόνα παριστάνει την πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού. Με άλλα λόγια παριστάνει με σύμβολα αυτόν τον ίδιο τον κόσμο των αισθήσεων και των συγκινήσεων, ελευθερωμένον από την αμαρτία, ανακαινισμένον εν Θεώ. (Λ. Ουσπένσκη).

Τό πολύτιμο βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας»

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΗΣ «ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ»



Ἡ «Φιλοκαλία», ἡ «φιλία τοῦ καλοῦ», τό βιβλίο μέ τήν ὑψηλότατη διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Νικόδημο «...ταμεῖο τῆς νήψεως, φυλακτήριο τοῦ νοῦ, μυστικὸ σχολεῖο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἐξαίρετη ὑποτύπωση τῆς πρακτικῆς ἀγωγῆς, ἀπλανὴς ὁδηγὸς τῆς πνευματικῆς θεωρίας, ὁ πατερικὸς Παράδεισος, ἡ χρυσὴ ἁλυσίδα τῶν ἀρετῶν, ἡ συνεχὴς ἐνασχόληση μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, ἡ σάλπιγγα ποὺ ἐπαναφέρει τὴ χάρη καὶ τὸ μυριοπόθητο ὄργανο τῆς θεώσεως...»[1].


«Οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ» παρατηρεῖ ὁ Γέρων Θεοκλητὸς Διονυσιάτης «ἀναφέρονται κυρίως στὴ νοερὰ προσευχή. Καὶ ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ ὅλο τὸ Προοίμιο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, σκοπὸς τῶν ἐκδοτῶν τῆς Φιλοκαλίας (τοῦ Ἁγίου Μακαρίου ἐπισκόπου Κορίνθου καί τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου) ἦταν ἡ προβολὴ τῆς προσευχῆς αὐτῆς, πράγμα πιστούμενο ὄχι μόνον ἀπὸ ἄλλα ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή, ποὺ ἀσκοῦσαν οἱ δύο αὐτοὶ Ὅσιοι σὲ ὅλο τὸ βίο τους»[2].
Ποιὰ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς «Φιλοκαλίας»;
«Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου», γράφει ὁ π. Θεοκλητὸς Διονυσιάτης «ὕστερα ἀπὸ διετῆ παραμονὴ στὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀναχώρησε τὸ 1777 γιὰ τὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν Ἅγιο Μακάριο ἐπίσκοπο Κορίνθου, ἐκθρονισθέντα ἀπὸ τοὺς Τούρκους γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῆς βυζαντινῆς προελεύσεως οἰκογένειάς του τῶν Νοταράδων, στὴν ἐξέγερση τοῦ 1770.
Ἐκεῖ του παρέδωσε χειρόγραφα ἀπὸ ἀνθολογίες πατερικῶν κειμένων (μοναστικῶν, ἀσκητικῶν, ἡσυχαστικῶν, θεολογικῶν) γιὰ νὰ τὰ ἐπεξεργαστεῖ πρὸς ἔκδοση.
Τὰ κείμενα ἀντεγράφησαν προφανῶς ἀπὸ χειρόγραφους κώδικες τῶν Μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα ποὺ νὰ διαφωτίζουν, ἂν ἀπὸ τὰ ἐπιλεγέντα ἀφαιρέθησαν ἢ προσετέθησαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο.
Πάντως, ὁ θεῖος Νικόδημος, ἀφοῦ διόρθωσε φιλολογικῶς τὰ κείμενα, τὰ παρέβαλλε κριτικῶς μὲ ἄλλους κώδικες, παρέθεσε στὰ παρασέλιδα μερικὲς παρατηρήσεις του, ἔγραψε τὸ Προοίμιο καὶ τὶς σύντομες βιογραφίες τῶν συγγραφέων καὶ παρέδωσε τὸ ὅλο ἔργο ὕστερα ἀπὸ μία διετία στὸν ἅγιο Μακάριο.
Αὐτὸς στὴν συνέχεια, κατέφυγε στὸν γνωστὸ «καλὸ καγαθὸν» πρίγκιπα τῆς Μολδοβλοχίας Ἰωάννη Μαυρογορδάτο, ποὺ συνάντησε στὴν Σμύρνη, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὶς δαπάνες τῆς ἐκδόσεως.
Στὰ κείμενα αὐτά, ποὺ στὸ σύνολό τους ἐκφράζουν τὴν ἀγάπη τοῦ καλοῦ μὲ πνευματικὴ ἔννοια, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ἀγαθό, δόθηκε ὁ τίτλος «Φιλοκαλία», μὲ τὴν ἐπεξηγηματικὴ δήλωση, ὅτι ἡ φιλία αὐτὴ τοῦ καλοῦ, εἰς αὐτὰ τὰ ὑψηλὰ πνευματικὰ ἐπίπεδα, ἀνήκει στοὺς «Ἱεροὺς Νηπτικούς», δηλαδὴ στοὺς ἀσκητικοὺς ἐκείνους ἁγίους Πατέρες, ποὺ ἔφτασαν στὴν θεία κατάσταση τῆς ἀδιάλειπτης νήψεως καὶ ἐγρηγόρσεως τοῦ θεωθέντος νοῦ τους.
Καὶ σὲ ἕνα τόμο μεγάλου σχήματος εἶδε ἡ Φιλοκαλία τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος στὴν Βενετία τὸ 1782, ποὺ ἔλαμψε σὰν τηλαυγὴς πνευματικὸς φάρος σὲ ὅλη τὴν ἑλληνόφωνη Ὀρθοδοξία»[3].
Εἶναι ἡ «Φιλοκαλία» βιβλίο πού διδάσκει μόνο περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς;
«Ἡ Φιλοκαλία», σημειώνει ὁ Γέρων Θεοκλητὸς Διονυσιάτης, «δὲν ἀποτελεῖ μόνο διδασκαλία τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολο τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων Πατέρων, σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῶν κινήσεων τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς.
Καὶ ἀντιφεγγίζει τὶς ἀστραπὲς καὶ τὶς ἐλλάμψεις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω στὶς καθαρὲς ψυχὲς τῶν Ἁγίων, ὡς «καρπὸς τοῦ Πνεύματος», ὅπως καὶ τὰ ἀπηχήματα τῶν πολέμων μὲ τοὺς ἀόρατους δαίμονες, τὰ ψεκτὰ πάθη καὶ τὶς γοητεῖες τοῦ κόσμου»[4].
Πανηγυρίζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος διότι βρέθηκε ἄνθρωπος πού θὰ χρηματοδοτήσει τὴν πρώτη ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας καὶ σημειώνει τὰ ἑξῆς: «Νά, ὅμως, ὁ σὲ ὅλα καλὸς καγαθός, ὁ πραγματικὰ φίλος του Χριστοῦ κύριος Ἰωάννης Μαυρογορδάτος· σὲ κανένα ἀπολύτως δὲν παραχωρεῖ τὰ πρωτεῖα, ὅσα ἀναφέρονται στὴν ἐλευθεριότητα, στὴ φιλοπτωχία, στὴ φιλοξενία καὶ στὴν ὑπόλοιπη χορεία τῶν ἀρετῶν.
Πυρπολεῖται πάντοτε ἀπὸ τὸν ἔνθεο ζῆλο νὰ ὠφελήσει τὸ κοινό.
Αὐτὸς λοιπόν, αὐτὸς ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποῦ θέλει νὰ σωθοῦν καὶ νὰ θεωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, μεταβάλλει τὸ θρῆνο μας σὲ χαρὰ βγάζοντάς μας ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο. Ἐκθέτει μπροστὰ στὸ κοινὸ τὸ μέσο τῆς θεώσεως μὲ ὅλη του τὴν ψυχὴ καί, γιὰ νὰ πῶ ἔτσι, βοηθᾶ μὲ χέρια καὶ πόδια καὶ συνεργεῖ μὲ κάθε τρόπο, στὸ σημεῖο τοῦτο, στὸ προαιώνιο – ὅπως εἰπώθηκε - σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι δόξα καὶ μεγαλεῖο»[5].
Τὰ πολύτιμα κείμενα τῆς Φιλοκαλίας «αὐτὰ πού κοίτονταν στὴ γωνιά, ἐν κρυπτῶ καὶ παραβύστω, περιφρονημένα καὶ σκοροφαγωμένα, παραριγμένα καὶ σκορπισμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ», ὅπως παρατηρεῖ ὁ μέγας Ἅγιος Νικόδημος, «αὐτὰ πού μᾶς χειραγωγοῦν συστηματικὰ στὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, στὴ νήψη τοῦ νοῦ, στὴν ἀνάκληση τῆς μέσα μας χάρης ... καὶ τῆς θεώσεως»[6], αὐτὰ ὑπάρχουν σήμερα στὴ διάθεση τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν χάρις στὸν Ἅγιο Νικόδημο καὶ τὸν Ἅγιο Μακάριο Κορίνθου.
Ἂς εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο γιά τούς Ἁγίους Του καί γι’ αὐτὰ. Ἄς τὰ ἀξιοποιοῦμε ὄχι ἁπλῶς μελετώντας τα, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμόζοντας τα, μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ διακριτικοῦ Πνευματικοῦ μας Πατέρα.
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://HristosPanagia3.blogspot.com




[1]Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 σελ. 21-22.
Τό πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Βίβλον, τό τῆς νήψεως ταμιεῖον∙ τό τοῦ νοός φυλακτήριον∙ τό μυστικόν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βίβλον, τῆς πρακτικῆς τήν ἐξαίρετον ὑποτύπωσιν∙ τῆς θεωρίας τήν ἀπλανῆ ὁδηγίαν∙ τόν τῶν Πατέρων Παράδεισον∙ τῶν ἀρετῶν τήν χρυσῆν σειράν. Βίβλον, τό πυκνόν τοῦ Ἰησοῦ ἀδολέσχημα, τήν ἀνακλητικήν τῆς χάριτος σάλπιγγα καί, συνελόντα φάναι, αὐτό δή αὐτό τό τῆς θεώσεως ὄργανον, χρῆμα εἴπέρ τι ἄλλο μυριοπόθητον» (Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρά τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, ἔκδοσις Ε΄, ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-Ἀθῆναι, 1982 , τόμος Α΄, Προοίμιον εἰς τήν παροῦσαν βίβλον, σελ. κγ΄).
[2] Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 Εἰσαγωγή Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου, σελ. 14.
[3] Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 Εἰσαγωγή Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου, σελ. 11-12.
[4]Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 Εἰσαγωγή Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου, σελ. 14.
[5]Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 σελ. 21.
Τό πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ἀλλ’ ἰδού ὁ πάντα καλός κἀγαθός, ὁ τῷ ὄντι φιλόχριστος Κύριος Ἰωάννης Μαυρογορδάτος∙ ὁ μηδενί τῶν ἁπάντων∙ τῶν πρωτείων παραχωρῶν, ὅσα γε εἰς ἐλευθεριότητος ἥκει λόγον, φιλοπτωχίας τε καί φιλοξενίας καί τῆς ἄλλης χορείας τῶν ἀρετῶν∙ ὁ τῷ ἐνθέῳ ζήλῳ ὑπέρ τῆς τοῦ κοινοῦ ὠφελείας διαπαντός πυρπολούμενος.
Οὗτος δή οὗτος παρά τῆς τοῦ Χριστοῦ χάριτος, τοῦ πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί θεωθῆναι ἐθέλοντος[5] ἐμπνευσθείς, εἰς χαράν μεταβάλλει τόν θρῆνον, λύων τό ἄπορον. Εἰς τό Κοινόν γάρ προτιθείς τό τῆς θεώσεως Μέσον, ὁλοψύχως, καί ἵν’ οὕτως εἴπω, χερσί τε ποσί τε συντρέχει καί τρόπῳ παντί συνεργεῖ ἐν τῷ μέρει τούτῳ τῇ, ὡς εἴρηται, προαιωνίῳ βουλῇ τοῦ Θεοῦ. Βαβαί τῆς δόξης! Εὖγε τῶν μεγαλείων!» (Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρά τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, ἔκδοσις Ε΄, ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-Ἀθῆναι, 1982, τόμος Α΄, Προοίμιον εἰς τήν παροῦσαν βίβλον, σελ. κβ΄).
[6]Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 σελ. 21.
Τό πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ἰδού γάρ τά ποτέ μηδέποτε ἐν τοῖς ἀνωτέρῳ χρόνοις ἐκδοθέντα· ἰδού τά ἐν παραβύστῳ καί σκότῳ καί γωνίᾳ που κείμενα ἀκλεῆ καί σητόβρωτα καί τῇδε κἀκεῖσε παρερριμμένα τε καί διεσπαρμένα∙ ἰδού τά πρός τήν καθαρότητα καρδίας καί νῆψιν νοός καί ἀνάκλησιν τῆς ἐν ἡμῖν χάριτος, πρόσθες δέ καί θεώσεως, ἐπιστημονικῶς χειραγωγοῦντα» (Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρά τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, ἔκδοσις Ε΄, ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-Ἀθῆναι, 1982,τόμος Α΄, Προοίμιον εἰς τήν παροῦσαν βίβλον, σελ. κβ΄).




ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΤΟΜΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΤΟΜΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΟΜΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΠΕΜΠΤΟ ΤΟΜΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF


Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων : γιατί και πώς νηστεύουμε


Μία ακόμη περίοδος νηστείας είναι η λεγόμενη νηστεία των Αγίων Αποστόλων. Ονομάζεται έτσι διότι προηγείται των δύο αποστολικών εορτών: της εορτής των Αγίων πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου) και της “Συνάξεως των Αγίων Αποστόλων” (30 Ιουνίου).

Η χρονική διάρκεια αυτής της νηστείας είναι μεταβλητή επειδή η έναρξή της εξαρτάται από την κινητή εορτή του Πάσχα. Αρχίζει την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και λήγει σταθερά την 28η Ιουνίου. Κατά το ισχύον (νέο) ημερολόγιο δεν υπερβαίνει ποτέ τις 30 ημέρες. Υπάρχει ακόμα και περίπτωση (όταν το Πάσχα εορτάζεται μεταξύ 5 και 8 Μαϊου) να μήν έχουμε καθόλου νηστεία.
Κατά την περίοδο της νηστείας αυτής δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά και αυγά, ενώ επιτρέπεται η κατάλυση ψαριού. (Φυσικά πάντοτε εκτός Τετάρτης και Παρασκευής).
Αν η εορτή των Αγ. Αποστόλων Πέτρου και Παύλου πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή, καταλύουμε μόνο ψάρι.
Ψάρι καταλύουμε και κατά την εορτή του Γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου (24 Ιουνίου), οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει.
Η νηστεία αυτή είναι αρχαιοπαράδοτος στην Εκκλησία μας.
Πρώτος ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρει νηστεία μιάς εβδομάδος μετά την Πεντηκοστή. «Τη γαρ εβδομάδι μετά την αγίαν πεντηκοστήν ο λαός νηστεύσας εξήλθε περί το κοιμητήριον εύξασθαι» (εγράφη περί το 357). Αυτός μεν αναφέρει την νηστεία αυτή αμέσως μετά την Πεντηκοστή, αλλά το βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, το οποίο έχει γραφεί πενήντα περίπου έτη αργότερα και απηχεί αποστολοπαράδοτες εντολές και συνήθειες, την αναφέρουν μία εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή, δηλαδή μετά την εορτή των Αγίων Πάντων.«Μετά ουν το εορτάσαι υμάς την πεντηκοστήν εορτάσατε μίαν εβδομάδα και μετ’ εκείνην νηστεύσατε μίαν, δίκαιον γαρ και ευφρανθήναι επί τη εκ Θεού δωρεά και νηστεύσαι μετά την άνεσιν».
Όπως φαίνεται από το χωρίο των Αποστολικών Διαταγών, η περί ης ο λόγος νηστεία σχετιζόταν με την χαρμόσυνη περίοδο από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή, μετά την οποία έπρεπε να επέλθει κάποιας μορφής αντίδραση, ώστε να μετριασθεί η χαρμόσυνη διάθεση.
Επειδή οι απόστολοι είχαν αρχίσει το κήρυγμα μετά την Πεντηκοστή, οι μετ’ αυτήν ημέρες ήσαν αφιερωμένες σ’ αυτούς.
στοιχεία από: Ορθόδοξος Συναξαριστής και Ίασμος

Το 2009 στο Φρέαρ του Ιακώβ συνέβη ένα παράδοξο και θαυμαστό συνάμα γεγονός




«Γίνεσθέ μοι μάρτυρες…»


(Ήσ.43,10)


Το 2009, λίγο χρονικό διάστημα πριν από την τελετή Άγιοκατάταξης του Αγίου Φιλουμένου στο προσκύνημα : του Φρέατος του Ιακώβ, συνέβη ένα παράδοξο και θαυμαστό συνάμα γεγονός.


Κάποια μέρα μετέβη στον χώρο μία μεγάλη ομάδα αρχιερέων και ιερομόναχων, οι όποιοι τέλεσαν στον ναό τη Θεία Λειτουργία. «Μετά το πέρας της ακολουθίας», διηγείται ό Ηγούμενος του Μοναστηριού π. Ιουστίνος, «κατέβηκα κάτω, για να επιμεληθώ τον ναό.


Μπήκα στο ιερό και, καθώς τακτοποιούσα τις στολές πού χρησιμοποιήθηκαν, πρόσεξα ότι σε μία από τις βιτρίνες υπήρχε κάτι παράξενο. Ήταν ένα μάκτρο ανασηκωμένο, σαν να βρισκόταν από κάτω του ένα πολύ μικρό Άγιο Ποτήριο. Παραξενεύτηκα! Κανείς άλλος έκτος από μένα δεν είχε μπει στο σκευοφυλάκιο, οι βιτρίνες ήταν όλες κλειδωμένες και τα κλειδιά τα κρατούσα εγώ. Άνοιξα με περιέργεια τη βιτρίνα, ανασήκωσα το μάκτρο και είδα από κάτω ένα μικρό ασημένιο ποτήριο, στο όποιο αναγράφονταν τα έξης:


«Ποτήριον αίματος μαρτυρίου έκχυθέν υπέρ οίκου Κυρίου του Αγίου Ίερομάρτυρος Φιλουμένου του Κυπρίου, 16 Νοεμβρίου 1979. Το ποτήριον, o εγώ πίνω, πίετε».


Το μικρό ασημένιο ποτήριο περιείχε ψήγματα από το αίμα του Αγίου, το έκχυθέν κατά την ώρα του μαρτυρίου του στον χώρο του Φρέατος του Ιακώβ. Ή θαυμαστή ανεύρεση του ήταν αναμφιβόλως μία μεγάλη ευλογία του Θεού για το προσκύνημα, ιδιαιτέρως κατά τις μέρες πού άκολούθησαν. Ή αναγραφόμενη όμως σε αυτό επιγραφή επέκτεινε τη θεϊκή αυτή ευλογία πέρα από το προσκύνημα, πέρα από τούς Αγίους Τόπους, στα πέρατα της οικουμένης καλώντας όλους εμάς, αλλά και τούς μετά από εμάς, σέ συμμαρτυρία συμμετοχή δηλαδή στο μαρτύριο και τη μαρτυρία τού Άγιου Φιλουμένου.


Ό αγωνοθέτης Κύριος επί πολλά έτη προετοίμαζε τον ταπεινό δούλο Του για τον στέφανον τού μαρτυρίου και αυτός φάνηκε όντως αντάξιος της θεϊκής κλήσεως. Ό Άγιος Φιλούμενος υποκινούμενος από τη θεία αγάπη και τον πόθο της αιώνιας ζωής διήλθε τη ζωή του ως μία συνεχή μαρτυρία Χριστού με κορύφωση το μαρτύριο του αίματος, το όποιο και τον οδήγησε στον κατ’ εξοχήν χώρο της Αγάπης, στη Βασιλεία τού Θεού. Εκεί όπου βρίσκονται οι ψυχές των άγιων μαρτύρων, «των πεπελεκισμένων διά την μαρτυρίαν’ Ιησού και διά τον λόγον τού Θεού» (Άποκ. 20,4).


Τέτοιοι άνθρωποι, οι όποιοι δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Χριστό, επισφραγίζοντας με το μαρτυρικό τους αίμα την πίστη τους σ’ Αυτόν, υπήρχαν και θα υπάρχουν έως της συντέλειας των αιώνων. Θα υπάρχουν για να υπενθυμίζουν σέ όλους εμάς ότι πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το μαρτύριο. Και το εν Χριστώ μαρτύριο βιώνεται ποικιλοτρόπως: Βιώνεται ως υπομονή στις θλίψεις και τις ασθένειες, ως αγώνας σκληρός προς τα πάθη πού μάς πολεμούν, ως μετάνοια για τα λάθη και τα πάθη μας, ως αυτοθυσία, ως απάρνηση τού ιδίου του εαυτού μας, ως ακλόνητη ομολογία της πίστεως μας έργω και λόγω. Αλλά στην υψηλότερη έκφραση του πραγματώνεται διά τού μαρτυρίου του αίματος, μ’ ένα θάνατο πού καταργεί το βασίλειο του θανάτου, για να θριαμβεύσει ή Ζωή, ή όντως Ζωή, ό Χριστός!


Το βράδυ της 28ης προς την 29η Νοεμβρίου τού 2012 στο χωριό καταγωγής τού Άγιου Φιλουμένου, την Όρούντα, συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός διά του όποιου ό ίδιος ό Άγιος επιβεβαίωσε το αμετάκλητο αυτής της κλήσεως μας. Το γεγονός συνέβη κατά την προς τιμήν του Άγιου αγρυπνία στον Ιερό Ναό Αποστόλου Λουκά.


Ή αγρυπνία, ή οποία τελείται κάθε χρόνο την ήμερα της μνήμης του Άγιου, είχε αρχίσει από νωρίς. Στο κέντρο τού ναού ήταν τοποθετημένη ή μεγάλη προσκυνηματική εικόνα τού Άγιου Φιλουμένου, ένα επιτραχήλιο του, καθώς και τεμάχιο του Ιερού του λειψάνου. Καθ’ όσον ψάλλονταν οι αίνοι, τόσο οι κληρικοί όσο και οι παριστάμενοι πιστοί άρχισαν να προσκυνούν κατά τάξη την εικόνα και το λείψανο του Άγιου, χριόμενοι από τον εφημέριο με λάδι από το κανδήλι πού ήταν αναμμένο εκεί.


Ανάμεσα στους πιστούς παρών ήταν και ένας νέος, ό όποιος έδώ και κάποια χρόνια δοκιμαζόταν με την επώδυνη ασθένεια τού καρκίνου, ό Γιώργος Ραουνάς από την Κακοπετριά, Ό Γιώργος, απόφοιτος της Σχολής Σωματικής Αγωγής της Ελλάδος, ήταν νυμφευμένος με τη Στέλλα Κακουρίδου από το Άκάκι, με την όποια απέκτησε τέσσερα παιδιά. Αγαπούσε ιδιαίτερα την άσκηση της προσευχής και τις ιερές ακολουθίες στις όποιες μετείχε τακτικά. Ευλαβείτο επίσης πολύ τον Άγιο Φιλούμενο, τον όποιο παρακαλούσε ιδιαιτέρως να τον ενδυναμώνει στη δοκιμασία πού περνούσε. Πάντοτε όμως έλεγε: «Ότι θέλει ή αγάπη τού Θεού! Ότι θέλει ή αγάπη τού Κυρίου!»


Όταν, λοιπόν, έφθασε και ή σειρά του να προσκυνήσει την εικόνα τού Άγιου, κάποιος από τούς παριστάμενους, είδε τον Άγιο Φιλούμενο να εξέρχεται ολοζώντανος από την ιερά του εικόνα και να εναγκαλίζεται τον Γιώργο. Έπειτα τον συνόδευσε μέχρι το στασίδι του κι έφυγε.


Το θαυμαστό αυτό γεγονός το ανέφερε συγκλονισμένος, αμέσως μετά το πέρας της αγρυπνίας, ό απλός αυτός άνθρωπος στον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.


Το τεμάχιο του λειψάνου παραχωρήθηκε από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην Ιερά Μονή Άγιου Νικολάου Όρούντας με την προοπτική να αποτεθεί στον μελλοντικό Ναό του Άγιου Φιλουμένου, ό όποιος θα ανεγερθεί σέ χώρο της Μονής. Βλ.Επίμετρο, «Επιστολή Πατριαρχείου Ιεροσολύμων», σελ. 211.


Νεόφυτο, ό όποιος προΐστατο της πανηγυρικής ακολουθίας. Τότε, ή εμφάνιση αυτή τού Άγιου Φιλουμένου θεωρήθηκε ως σημείο, ότι διά πρεσβειών του ό Γιώργος θα θεραπευόταν. Στη συνέχεια, όμως, ή πορεία της υγείας του επιδεινώθηκε επιφέροντας του πόνους μαρτυρικούς, μέσα στους όποιους έτελειώθη εν Κυρίω στις 8 Ιουλίου τού 2013.


Το μαρτυρικό τέλος τού Γιώργου μαζί με την ακλόνητη του πίστη, την καρτερία και την υπομονή του ερμήνευσαν τελικώς το βαθύ πνευματικό νόημα της θαυμαστής εκείνης παρουσίας τού Ίερομάρτυρος Φιλουμένου. Ό Άγιος τον ενίσχυσε, ώστε να υπομείνει έως τέλους το μαρτύριο της ασθένειας του, προσλαμβάνοντας τον μαζί του στην αιωνιότητα ως συμμάρτυρα ενώπιον τού θρόνου τού Θεού! Γιατί το μαρτύριο δεν είναι μόνο το μαρτύριο τού ρίματος για την αγάπη και πίστη τού Χριστού είναι και του ολόψυχη αποδοχή -με ευχαριστία και δοξολογική διάθεση- όποιας δοκιμασίας επιτρέψει ό Κύριος ως θεϊκής επισκέψεως για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής μας.


«Ό Κύριος δέ μάς λησμονεί. Δίνει τη δύναμη και τη Χάρη Του σε ανθρώπους, ώστε και σήμερα να είναι αδιάκοπη ή μαρτυρική συνείδηση της Εκκλησίας μας, ώστε να μην ξεχνούμε και εμείς ότι ως μέλη της έχουμε κοινή υποχρέωση να μαρτυρούμε περί τού Φωτός, δηλαδή γι’ αυτό πού είδαν τα μάτια μας, πού άκουσαν τα αυτιά μας και ψηλάφησαν τα χέρια μας: τη μόνη Αλήθεια πού λέγεται Χριστός…» .






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ

''Ακόμα και νεκρός, δε θα φύγω από εδώ..." π. Ιουστίνος


10 Μαΐου 2017: † Μεσοπεντηκοστής



Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Τα βυζαντινά χρόνια, η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 μ.Χ. στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο έπαιρνε μέρος και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι.

Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδραση της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:

«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν,
τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων ἐγέρσεως
Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων,
καί λάμπει τάς λαμπρότητας
ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα
καί ἑνοῦσα τάς δύο
καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα
τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάρι της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας - μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἡμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός». «Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τε ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάρι. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού η κατασκευάσασα τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι·
Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς;
ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία
ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώρα μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράση του Κυρίου.« Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής.« Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ’ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.« Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα» (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτεμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:

«Τῆς σοφίας τό ὕδωρ καί τῆς ζωῆς
ἀναβρύζων τῷ κόσμῳ, πάντας, Σωτήρ,
καλεῖς τοῦ ἀρύσασθαι
σωτηρίας τά νάματα·
τόν γάρ θεῖον νόμον σου
δεχόμενος ἄνθρωπος,
ἐν αὐτῷ σβεννύει
τῆς πλάνης τούς ἄνθρακας.
Ὅθεν εἰς αἰῶνας
οὐ διψήσει, οὐ λήξει
τοῦ κόρου σου δέσποτα, βασιλεῦ ἐπουράνιε.
Διά τοῦτο δοξάζομεν
τό κράτος σου, Χριστέ ὁ Θεός,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν αἰτούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
τοῖς δούλοις σου».

Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διψῶσάν μου τήν ψυχήν
εὐσεβείας πότισον νάματα·
ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας·
Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.
Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».

«Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης
ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης
πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός·
Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας.
Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν·
Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν,
σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων
τῶν ἀκενώτων δωρεῶν,
δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ
εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν·
ὅτι συνέχομαι δίψῃ,
εὔσπλαγχνε μόνε οἰκτίρμον».

Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψη ιστορικού υποβάθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής η του αγίου Πνεύματος η της αγίας Τριάδος η των Εισοδίων η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου η και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

«Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου».



Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, ονόματι Συμεών. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά σε μια παραγκούλα και εκεί μεγάλωσε μόνο του. Είχε ένα καροτσάκι
και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο λιμάνι του Πειραιά. Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας. Είχε την μακαριά απλότητα και πίστη απλή και απερίεργοι.
Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δυο παιδιά και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Νίκαια. Κάθε πρωί πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του. Περνούσε
όμως κάθε μέρα το πρωί από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε: «Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησε με να βγάλω το ψωμάκι μου».
Το βράδυ πού τελείωνε τη δουλειά του ξαναπερνούσε από την Εκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστά στο τέμπλο και έλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Σ' ευχαριστώ πού με βοήθησες και σήμερα». Έτσι περνούσαν τα χρόνια του ευλογημένου Συμεών.
Περίπου το έτος 1950 όλα τα μέλη της οικογενείας του αρρώστησαν από φυματίωση και κοιμήθηκαν εν Κυρίω. Έμεινε ολομόναχος ο Συμεών και συνέχισε αγόγγυστα τη δουλειά του αλλά και δεν παρέλειπε να περνά από τον άγιο Σπυρίδωνα να καλημερίζει και να καλησπερίζει τον Χριστό, ζητώντας την βοήθεια Του και ευχαριστώντας Τον.
Όταν γέρασε ο Συμεών, αρρώστησε. Μπήκε στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε περίπου για ένα μήνα. Μια προϊσταμένη από την Πάτρα τον ρώτησε κάποτε:
-Παππού, τόσες μέρες εδώ μέσα δεν ήρθε κανείς να σε δει. Δεν έχεις κανένα δικό σου στον κόσμο;
-Έρχεται, παιδί μου, κάθε πρωί και απόγευμα ο Χριστός και με παρηγορεί.
-Και τι σου λέει, πάππου;
«Καλησπέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή».
Ή Προϊσταμένη παραξενεύτηκε και κάλεσε τον Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, να έρθει να δει τον Συμεών μήπως πλανήθηκε, Ό π. Χριστόδουλος τον επισκέφθηκε, του έπιασε κουβέντα,
του έκανε την ερώτηση της Προϊσταμένης και ο Συμεών του έδωσε την ίδια απάντηση.
Τις ίδιες ώρες πρωί και βράδυ, πού ο Συμεών πήγαινε στο ναό και χαιρετούσε τον Χριστό, τώρα και ο Χριστός χαιρετούσε τον Συμεών. Τον ρώτησε ο Πνευματικός:
-Μήπως είναι φαντασία σου;
-Όχι, πάτερ, δεν είμαι φαντασμένος, ο Χριστός είναι.
-Ήρθε και σήμερα;
-Ήρθε.
-Και τι σου είπε;
-Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι. Κάνε υπομονή, σε τρεις μέρες θα σε πάρω κοντά μου πρωί-πρωί.
Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο, μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του.
Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. Την τρίτη ημέρα πρωί-πρωί πάλι πήγε να δει τον Συμεών και να διαπιστώσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση ότι θα πεθάνει. Πράγματι εκεί
που κουβέντιαζαν, ο Συμεών φώναξε ξαφνικά: «Ήρθε Ο Χριστός», και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου...


Από το βιβλίο «ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ», Ιερόν Ησυχαστήριον Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις
Χαλκιδικής.

Οι κατά φαντασίαν ασθενείς



Μεγαλύτερη αρρώστια είναι το να πιστέψη ο άνθρωπος στον λογισμό του ότι έχει κάποια αρρώστια. Ο λογισμός αυτός του δημιουργεί άγχος, τον κάνει να στενοχωριέται, να μην έχη όρεξη για φαγητό, να μην μπορή να κοιμηθή, να παίρνη φάρμακα, και τελικά αρρωσταίνει, ενώ ήταν καλά. Να είναι άρρωστος κανείς και να
κάνη θεραπεία, αυτό το καταλαβαίνω· αλλά να είναι υγιής και να νομίζη ότι είναι άρρωστος και να αρρωσταίνη στα καλά καθούμενα, αυτό είναι... Ένας λ.χ., ενώ έχει και σωματική και πνευματική δύναμη, δεν μπορεί να κάνη τίποτε, γιατί έχει πιστέψει στον λογισμό που του λέει ότι δεν είναι καλά, με αποτέλεσμα να σβήνη σωματικά και πνευματικά. Δεν είναι ότι λέει ψέματα. Αν ο άνθρωπος πιστέψη ότι κάτι έχει, πανικοβάλλεται, τσακίζεται, και δεν έχει μετά κουράγιο να κάνη τίποτε. Έτσι αχρηστεύεται χωρίς λόγο.
Έρχονται μερικοί στο Καλύβι που είναι τελείως τσακισμένοι. «Μου λέει ο λογισμός ότι έχω έιτζ», λένε και το πιστεύουν. Τους ρωτάω: «Μήπως συνέβη εκείνο, εκείνο;». «Όχι», μου λένε. «Τότε άδικα στενοχωριέσαι. Πήγαινε να κάνης μια εξέταση, για να σού φύγη ο λογισμός». «Και αν γίνη η εξέταση και βρουν ότι έχω;», λένε
μερικοί και δεν μ᾿ ακούν και βασανίζονται. Ενώ αυτοί που ακούν, κάνουν εξέταση, βλέπουν ότι δεν έχουν τίποτε καί, να δήτε, το πρόσωπό τους αλλάζει, το κουράγιο επανέρχεται. Οι άλλοι από την στενοχώρια ξαπλώνουν στο κρεββάτι και ούτε να φάνε δεν θέλουν. Εντάξει, έχεις έιτζ. Για τον Θεό δεν υπάρχει δύσκολο πρόβλημα. Αν
ζήσης πιο πνευματικά, εξομολογήσαι, κοινωνάς κ.λπ., θα βοηθηθής.
– Πώς ξεκινάει, Γέροντα, και νομίζει κάποιος ότι είναι άρρωστος;
– Σιγά-σιγά καλλιεργεί αυτόν τον λογισμό. Πολλές φορές μπορεί να υπάρχη κάποια αιτία, αλλά να μην είναι κάτι σοβαρό. Βγάζει μετά και ο λογισμός κάτι ακόμη και το μεγαλοποιεί. Όταν ήμουν στην Μονή Στομίου, ήταν ένας οικογενειάρχης στην Κόνιτσα που νόμιζε ότι είχε φυματίωση. Δεν άφηνε ούτε την γυναίκα του να πάη κοντά του. «Μήν πλησιάζης, της έλεγε, θα κολλήσης». Σε ένα ξύλο κρεμούσε η καημένη το καλάθι με το φαγητό και του το έδινε από μακριά. Η φουκαριάρα είχε λειώσει. Τα παιδιά του τα κακόμοιρα από μακριά τον έβλεπαν. Αυτός εν τω μεταξύ δεν είχε τίποτε, αλλά, επειδή ο ήλιος δεν τον έβλεπε – ήταν κλεισμένος μέσα και τυλιγμένος συνέχεια με τις κουβέρτες –, ήταν κίτρινος και πίστευε ότι έχει χτικιό. Σηκώνομαι και πάω στο σπίτι του. Μόλις με είδε, μου λέει: «Μη με πλησιάζης, καλόγερε, μην κολλήσης κι εσύ, και έρχεται κόσμος εκεί στο μοναστήρι. Έχω χτικιό». «Ποιός σού είπε, μωρέ, ότι έχεις χτικιό;», του λέω. Η γυναίκα του έφερε να με κεράση
γλυκό καρύδι. «Άνοιξε το στόμα σου, του λέω. Θα κάνης υπακοή τώρα». Το άνοιξε· δεν ήξερε τί θα κάνω. Βάζω το καρύδι μέσα στο στόμα του και το γυρνάω δυό-τρείς φορές και ύστερα το παίρνω και το τρώω. «Μή, μή, θα κολλήσης!», φώναζε. «Τί θα κολλήσω!
Τίποτε δεν έχεις, του λέω. Αν είχες χτικιό, χαμένο το είχα να το κάνω αυτό; Σήκω να βγούμε έξω». Λέω στην γυναίκα του: «Πέταξέ τα όλα, φάρμακα, κουβέρτες ...». Τον σηκώνω και βγαίνουμε έξω. Έπειτα από τρία χρόνια που ήταν κλεισμένος μέσα κοιτούσε τον κόσμο παράξενα. Ύστερα, σιγά-σιγά, πήγε και στην δουλειά του. Τί είναι ο λογισμός, όταν τον καλλιεργής!

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Γ

ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Τ Ω Ρ Α ... Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΣΕ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ.



Τα ελληνικά κανάλια προπαγανδίζουν για τον ίδιο τον αντίχριστο που θα ρθεί λέει να σώσει τον κόσμο......
Αυτές είναι οι προβλέψεις της Λίτσας Πατέρα...




ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΓΙΑ ΕΡΠΕΤΟΕΙΔΗ !


Προβολή ομοφυλοφιλίας σε διαφήμιση της VODAFONE CU.



Νέα μόδα...τα greeklish...!!! 




ΩΣΤΕ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ Ε? NWO

Ένας τολμηρός πιλότος κατάφερε και πέταξε δίπλα σε ένα αεροπλάνο που έκανε αεροψεκασμό και το τράβηξε βίντεο την ώρα που άφηνε τις ουσίες στην ατμόσφαιρα.

Ένας άλλος κύριος, ο οποίος είναι ειδικός μηχανικός αεροσκαφών που έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα των αεροψεκασμών, βγήκε δημόσια στην Γερμανία και αποκάλυψε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο γίνονται αυτοί οι αεροψεκασμοί.

5 Μαΐου 2017: † Αγίας Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος


Η Αγία Μεγαλομάρτυς Ειρήνη άθλησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ήταν θυγατέρα του Λικινίου, που ήταν βασιλιάς κάποιου μικρού βασιλείου, και της Λικινίας. Καταγόταν από την πόλη Μαγεδών και αρχικά ονομαζόταν Πηνελόπη. Όταν η Αγία έγινε έξι ετών, ο πατέρας της Λικίνιος την έκλεισε σε ένα πύργο και ανέθεσε την διαπαιδαγώγησή της σε κάποιον γέροντα, ονόματι Απελλιανό, ο οποίος και έγραψε τα υπομνήματα του μαρτυρίου αυτής.
Μια νύχτα η Ειρήνη είδε το εξής όραμα: μπήκε στον πύργο ένα περιστέρι κρατώντας με το ράμφος του κλαδί ελιάς, το οποίο και άφησε επάνω στο τραπέζι. Επίσης, μπήκε και ένας αετός μεταφέροντας στεφάνι από άνθη, το οποίο τοποθέτησε και αυτός επάνω στο τραπέζι. Έπειτα μπήκε από άλλο παράθυρο ένας κόρακας, ο οποίος έβαλε επάνω στο τραπέζι ένα φίδι. Το πρωί που ξύπνησε απορούσε και σκεπτόταν τι άραγε να σημαίνουν αυτά που είδε. Τα διηγήθηκε λοιπόν στον γέροντα Απελλιανό και εκείνος τα ερμήνευσε ως προάγγελμα των στεφάνων της δόξας και του μαρτυρικού τέλους αυτής μετά τη βάπτισή της.
Στο Χριστιανισμό ελκύσθηκε από κάποια κρυπτοχριστιανή νέα, η οποία, λόγω της τιμιότητας και των αρετών της, έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους γονείς της Πηνελόπης και είχε τοποθετηθεί από αυτούς ως θεραπαίνιδα της θυγατέρας τους. Ένας ιερεύς, ονόματι Τιμόθεος, βάπτισε κρυφά τη νεαρή ηγεμονίδα και τη μετονόμασε Ειρήνη.
Το γεγονός δεν άργησε να πληροφορηθεί ο πατέρας της Λικίνιος, όταν μάλιστα η Αγία Ειρήνη συνέτριψε τα είδωλα της πατρικής της οικίας ομολογώντας με αυτό τον τρόπο την πίστη της στον Χριστό. Για τον λόγο αυτό διέταξε να τη δέσουν στα πόδια ενός άγριου αλόγου, να τη σκοτώσει με κλοτσιές. Αλλά από θαύμα το άλογο στράφηκε εναντίον του και σκότωσε αυτόν. Τότε επικράτησε μεγάλη σύγχυση μεταξύ των εκεί παρεβρισκομένων ανθρώπων. Αλλά η Ειρήνη τους καθησύχασε με τα λόγια του Χριστού: «Παντα δυνατα τω πιστευοντι» (Μαρκ. θ΄ 23). Δηλαδή όλα είναι δυνατά σ’ εκείνον που πιστεύει. Και πράγματι, με θαυμαστή πίστη προσευχήθηκε και ο πατέρας της σηκώθηκε ζωντανός. Τότε, οικογενειακώς όλοι βαπτίστηκαν χριστιανοί. Στη συνέχεια έπαθε πολλά από τους Πέρσες και τους βασιλείς αυτών Σεδεκία και Σαπώριο Α'.
Έπειτα η Αγία Ειρήνη πήγε στην Καλλίπολη του Ελλησπόντου, όπου βασίλευε ο Νουμεριανός. Εκεί παρουσιάσθηκε σε αυτόν και ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό. Οι ειδωλολάτρες την έκλεισαν διαδοχικά σε τρία πυρακτωμένα χάλκινα βόδια. Το τρίτο όμως βόδι, τη στιγμή που βρισκόταν εντός του η Μεγαλομάρτυς, όλως παραδόξως κινήθηκε, ενώ ήταν άψυχο ανθρώπινο κατασκεύασμα. Στη συνέχεια αυτό σχίσθηκε και βγήκε από μέσα του η Αγία εντελώς αβλαβής από την κόλαση της πυράς. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προσέλθουν στην πίστη του Χριστού χιλιάδες ψυχές. Στην πόλη Μεσημβρία της Θράκης η Αγία Ειρήνη θανατώθηκε, αλλά με τη δύναμη του Θεού αναστήθηκε και είλκυσε στην πίστη το διοικητή και ολόκληρο το λαό. Τέλος, η Αγία κατέφυγε μαζί με το δάσκαλό της Απελλιανό στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, όπου διέμεινε επιτελώντας πολλά θαύματα και τιμώμενη ως αληθινή ισαπόστολος. Εκεί ανέπτυξε μεγάλη δράση μέχρι την ημέρα της κοιμήσεως αυτής, το 315 μ.Χ.
Στο Συναξάρι της αναφέρεται ότι στην Έφεσο η Αγία βρήκε μία λάρνακα, στην οποία δεν είχε ως τότε ενταφιασθεί κανένας, μπήκε μέσα σε αυτήν και κοιμήθηκε με ειρήνη. Πριν δε από την κοίμησή της η Αγία Ειρήνη είχε δώσει εντολή να μην μετακινήσει κανένας την ταφόπετρα, με την οποία θα σκέπαζε τη λάρνακα ο δάσκαλός της Απελλιανός, προτού περάσουν τέσσερις ημέρες. Μετά όμως από δύο ημέρες επισκέφθηκαν τον τάφο ο Απελλιανός και οι άλλοι, οι οποίοι είδαν ότι η ταφόπετρα ήταν σηκωμένη και η λάρνακα κενή.
Κατά τα δυτικά Μαρτυρολόγια η Αγία Ειρήνη μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη, αφού ρίχθηκε στην πυρά ενώ κατά το Μηνολόγιον του αυτοκράτορα Βασιλείου Β', η Αγία Ειρήνη τελειώθηκε μαρτυρικά δι' αποκεφαλισμού.

5 Μαΐου 2017: † Αγίου Εφραίμ του Μεγαλομάρτυρος και θαυματουργού



Ο Άγιος Εφραίμ, κατά κόσμο Κωνσταντίνος Μόρφης, γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου 1384 μ.Χ. σε ειδυλλιακή τοποθεσία , κοντά στον Ληθαίο ποταμό. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία μαζί με τα άλλα εφτά αδέλφια του, τη δε φροντίδα τους, μετά τον Θεό, ανέλαβε η ευσεβής μητέρα του. Σε ηλικία 14 ετών, για να αποφύγει τον εξισλαμισμό και τα γενιτσαρικά σώματα, εισήλθε στην ακμάζουσα τότε σταυροπηγιακή Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου του όρους των Άμωμων (Καθαρών) της Αττικής.
Ο Άγιος Εφραίμ ακολούθησε με ένθεο ζήλο τον Χριστό, και διέπρεψε με την λαμπρότητα της ζωής του και τους πόνους της αθλήσεως του στο ορός των Άμωμων Αττικής (Περιοχή Νέας Μάκρης). Αξιώθηκε ακόμα να λάβει το μέγα Μυστήριο της Ιεροσύνης και το χάρισμα να υπηρετεί το άγιο θυσιαστήριο, σαν άγγελος Θεού, με φόβο Θεού και πολλή κατάνυξη.
Το 1416 μ.Χ. οι Τούρκοι εισέβαλαν και λεηλάτησαν την Αττική και ανάγκασαν το Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στο Σουλτάνο. Το 1424 μ.Χ. οι Τούρκοι εισέβαλαν βιαίως στη Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και έσφαξαν όλους τους Πατέρες της Μονής. Ο Άγιος απουσίαζε στη σπηλιά του πάνω στο βουνό για προσευχή και μόλις επέστρεψε αντίκρισε έντρομος τα πτώματα των Πατέρων. Αφού τους έθαψε, ακολούθως θρήνησε γοερώς.
Τον επόμενο χρόνο, την 14η Σεπτεμβρίου 1425 μ.Χ., επανήλθαν οι βάρβαροι και βρήκαν τον Άγιο. Τον συνέλαβαν και άρχισαν τα μαρτύρια του, που τελείωσαν στις 5 Μαΐου 1426 μ.Χ. ήμερα Τρίτη και ώρα 9 το πρωί. Τον κρέμασαν ανάποδα σ' ένα δένδρο, που σώζεται ακόμα, τον κάρφωσαν στα πόδια και το κεφάλι, και τέλος το καταπληγωμένο και μαρτυρικό σώμα του το διαπέρασαν με αναμμένο ξύλο και έτσι παρέδωσε την αγία του ψυχή στον στεφανοδότη Χριστό.
Μετά από μισή χιλιετία ευδόκησε ο φιλάνθρωπος Θεός και φανερώθηκαν, ύστερα από πολλές εμφανίσεις του ιδίου του Αγίου Εφραίμ και πολλών άλλων θαυμαστών γεγονότων, όλα όσα σήμερα γνωρίζουμε, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με την εύρεση των μαρτυρικών και χαριτόβρυτων λειψάνων του Αγίου στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ.
Ο Άγιος Εφραίμ γιορτάζεται δύο φορές το χρόνο, στις 3 Ιανουαρίου η εύρεση των τιμίων λειψάνων του, και στις 5 Μαΐου το μαρτυρικό του τέλος.
Στα Τρίκαλα πανηγυρίζεται από τον Ιερό Ναό Αγίου Στεφάνου, απέναντι του οποίου, κατά παράδοση, υπήρχε το πατρικό του σπίτι.
Το 2011 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης με την υπ’ αριθμ. 217/2-3-2011 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη κατέταξε τον Όσιο Εφραίμ στο επίσημο ορθόδοξο εορτολόγιο.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΚΡΗΣ
Από τις σφαγές των Τούρκων στην ανεύρεση του ιερού σκηνώματος του Αγίου
Η Μονή του Αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη είναι ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια. Πολλοί μοναχοί και ιερείς έμειναν εκεί και προσευχήθηκαν στον Κύριο. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας έγιναν μεγάλες και βάρβαρες σφαγές, όπου ξεκληρίστηκε το μοναστήρι.
Το 1945 μ.Χ. η μοναχή τότε Μακαρία πήγε στα ερείπια της αρχαίας μονής του Ευαγγελισμού, άλλοτε ονομαζόμενης ως Σταυροπηγιακής, του Όρους Αμωμών, στις βορειοανατολικές υπώρειες του Πεντελικού. Απο θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ένα κελάκι εκεί και άρχιζε να καθαρίζει τα ερείπια του παλαιού Ναού για να τον ανακατασκευάσει. Εκεί πολλές φορές διαλογιζόταν ότι σε εκείνα τα χώματα είχαν ζήσει κατά την πάροδο των αιώνων μοναχοί και προσευχόταν να γνωρίσει ή να της φανερωθεί κάποιος από αυτούς. Μια φωνή, αρχικά σιγανή αλλά με τον καιρό δυνατότερη στην ψυχή της, της έλεγε: «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς», μέχρι τη στιγμή που της είχε φανερωθεί ένα σημείο στο προαύλιο του μοναστηριού.
Έτσι στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ. ανέθεσε σε εργάτη το σκάψιμο του συγκεκριμένου σημείου που της υποδείκνυε η ίδια η ψυχή της. Αν και ο εργάτης ήταν αρνητικός και ήθελε να σκάψει οπουδήποτε αλλού παρά σε αυτό το σημείο, τελικά, μετά από τις εκκλήσεις και τις προσευχές, ο εργάτης πείστηκε και ξεκίνησε να σκάβει. Το σημείο είχε ένα μισογκρεμισμένο τζάκι, τοίχο και πράγματα που καταδείκνυαν ότι εκεί κάποτε υπήρχε κελί κάποιου μοναχού. Το πρώτο εύρημα, ένα κεφάλι. Μάλιστα, ο χώρος ανέδυε μια ευωδιά.
«Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθιά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απέκτησα μεγάλο θησαυρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του, που, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί», έγραψε η ηγουμένη Μακαρία περιγράφοντας τα όσα συνταρακτικά τής συνέβησαν.
Με προσοχή , η Ηγουμένη Μακαρία έβγαλε όλο το σκήνωμα και το τοποθέτησε σε μία θυρίδα που ήταν πάνω από τον τάφο. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για κληρικό καθώς το ράσο του είχε παραμείνει άθικτο.
Το βράδυ, διαβάζοντας τον εσπερινό, η Ηγουμένη άκουσε βήματα. Ο ήχος ερχόταν από τον τάφο, αντηχώντας έως την πόρτα της εκκλησίας. Εκεί τον πρωτοαντίκρισε. Ήταν ψηλός με μάτια μικρά στρογγυλά, με μακριά μαύρα γένια που έφταναν στο λαιμό, ντυμένος με τη μοναχική αμφίεση. Στο ένα χέρι είχε μία φλόγα και με το άλλο ευλογούσε. Ζήτησε να τον βγάλουν από αυτήν τη θυρίδα που τον είχαν. Την επόμενη κιόλας μέρα η Ηγουμένη καθάρισε τα οστά και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα στο Ιερό του Ναού.
Το ίδιο βράδυ ο Άγιος φανερώθηκε στον ύπνο της, την ευχαρίστησε και της φανέρωσε και το όνομά του: Εφραίμ. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί από τότε και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και τη βοήθειά του. Ο Άγιος με τη χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της Μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που κτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή.

Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.



Σηκωνόταν κάθε πρωί και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι. Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της. Το άφηνε απαλά πάνω στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο κέντρο του προσκυνηταριού. Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.

Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του. Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.

Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».

Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.

Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα. Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.

Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς. Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε. Μέχρι εκείνο το πρωινό.

Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.

Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός. Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα. Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του. Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του. Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...

Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.


~ Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος ~