Γιατί Οι Ορθόδοξοι Δεν Έχουμε Αγάλματα Όπως Οι Παπικοί;






Με αφορμή το άρθρο του Αρχ. Δανιήλ Αεράκη «Από πότε σε Ορθόδοξο Ναό μαζί με τις εικόνες έχουμε και αγάλματα;», κρίναμε σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή έρευνα η οποία δείχνει γιατί οι Ορθόδοξοι δεν έχουμε αγάλματα όπως οι παπικοί.

Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε εἰκονίσματα, ὅπως ἔτσι μᾶς διέταξαν νά κάνουμε οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἔχουμε εἰκονίσματα καί ὄχι ἀγάλματα ἤ ἀνδριάντες, ὅπως ἔχουν οἱ Καθολικοί. Ἀλλά ἡ εἰκόνα δέν εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πρόσω­πο πού εἰκονίζει, γι᾽ αὐτό καί λέγεται «εἰκών» ἀπό τό «ἐοικέναι», πού σημαίνει «ὁμοιάζω».

Ἐνῶ τά λείψανα τῶν ἁγίων εἶναι αὐτό τό ἴδιο τῶν σῶμα τῶν ἁγίων πού ἔκανε ἀσκητικά παλαίσματα γιά νά ἔλθει ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ σ᾽ αὐτό καί εἶναι τό σῶμα πού ὑπέστη μαρτυρικούς βασανισμούς, μή ἀρνούμενος ὁ ἅγιος τήν πίστη του στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Γι᾽ αὐτό καί τά λείψανα τῶν ἁγίων τά τιμοῦμε περισσότερο ἀπό τά ἱερά εἰκονίσματα. Ὅμως, ὅταν προσκυνᾶμε τιμητικά μία εἰκόνα, πρέπει νά νοιώθουμε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος ἐνώπιόν μας, εἶναι ἡ Ἴδια ἡ Παναγία στό ἱερό Της εἰκόνισμα πού προσκυνᾶμε. Εἶναι, παρίσταται, μέ τήν Χάρη Της. Ἔτσι διαβάζουμε στά ἱερά μας Συναξάρια ὅτι ἀπό τήν εἰκόνα ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ εἰκονιζομένου ἁγίου ἤ τῆς Παναγίας, ἄν πρόκειται διά δική Της εἰκόνα, ἤ ὅτι δάκρυσε ἤ χαμογέλασε ἡ εἰκόνα ἤ ὅτι ράγισε γιά νά δηλώσει κάποιο ἐρχόμενο κακό καί θλιβερό γεγονός ἤ ὅτι κινεῖται τό καντήλι Της, ὅπως συμβαίνει μέ τήν θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας στό Ἅγιον Ὄρος.

Γι᾽ αὐτό πρέπει μέ εὐλάβεια πολλή νά προσκυνᾶμε τά ἱερά εἰκονίσματα, γιατί σ᾽ αὐτά εἶναι οἱ μορφές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μας, τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅταν εἴμαστε, δηλαδή, μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, νά νοιώθουμε ὅτι εἴμαστε μπροστά στήν Ἴδια τήν Παναγία καί πρέπει λοιπόν νά προετοιμαζόμαστε κατάλληλα γιά μία τέτοια συνάντηση μαζί Της.

Ὁ ἅγιος πατήρ Παΐσιος ἔλεγε ὅτι, ὅταν πήγαινε στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας γιά νά προσευχηθεῖ, κρατοῦσε πάντα καί ἕνα λουλούδι στά χέρια του, γιά νά Τῆς τό προσφέρει.

Μ.Γόρτυνος Ιερεμίας

Η τέχνη της Δύσεως, η μουσική, η αρχιτεκτονική και η αγιογραφία, έχει καθαρά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με αυτήν της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στην δυτική ζωγραφική παράσταση ο Χριστός φαίνεται ως άνθρωπος και η Θεοτόκος και οι άγιοι ως κοινοί, μη μεταμορφωθέντες άνθρωποι. Και η φύση παρουσιάζεται «νατουραλιστικά», χωρίς μετοχή στο άκτιστο φως.

Αντίθετα, η Ορθόδοξη εικόνα εικονίζει τον Θεάνθρωπο Χριστό και τα μεταμορφωμένα πρόσωπα της Θεοτόκου και των Αγίων μέσα στον επίσης μεταμορφωμένο από την Άκτιστη Χάρη κτιστό κόσμο.
Στους Ναούς τους οι δυτικοί έχουν αγάλματα αντί για εικόνες και στις «ακολουθίες» τους χρησιμοποιούν μουσικά όργανα, κάτι που δεν είναι σύμφωνο με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Μετά την απόσχιση από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι καθολικοί αρχίζουν να διακοσμούν εξωτερικά τους ναούς με ανάγλυφα και αγάλματα (βλ. Γοτθικός ρυθμός).

Αργότερα το θεατρικό πνεύμα της αναγεννησιακής και μπαρόκ εποχής επιβάλλει την διακόσμηση με αγάλματα και στο εσωτερικό τους.

Η μόδα αυτή κατοχυρώνεται κατα τον 16ο αιώνα. Ο Μιχαήλ Άγγελος για να απεικονίσει τον Χριστό Κριτή στην Cappella Sistina αντιγράφει ένα άγαλμα του θεού Απόλλωνα γνωστού ως L’Apollo del Bel Vedere.

Επίσης άλλη μία αιτία για τη διάδοση των αγαλμάτων μεταξύ των καθολικών είναι η εγκατάλειψη της «Αγιογραφίας» η οποία μετατρέπεται σε «θρησκευτική τέχνη» (Giotto) έπειτα σε «τέχνη με θρησκευτικά αντικείμενα» και εν τέλει να ακυρωθεί από την αφηρημένη τέχνης της τότε πραγματικότητας.





H Oρθοδοξία και οι Άγιες Εικόνες
Γράφει ο κ. Κων. Χαρ. Κορλός, Θεολόγος


Η τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων του Χριστού, της Θεοτόκου, των Αγγέλων και των Αγίων κατέχει σπουδαία θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και είναι δόγμα της χριστιανικής πίστεως, που διατυπώθηκε από τη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο και απορρέει από την εναθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού.
Και ενώ κατά τη διάρκεια της δισχιλιετούς ιστορικής της πορείας η Εκκλησία θριάμβευσε πολλές φορές εναντίον διαφόρων αιρέσεων, μόνο η νίκη κατά της εικονομαχίας, η νίκη της ορθής πίστεως και προς την εικόνα, διακηρύχθηκε επισήμως. Είναι η Κυριακή της Ορθοδοξίας η πρώτη της Μ. Τεσσαρακοστής. Το γεγονός αυτό δείχνει ακριβώς τη σπουδαιότητα που αποδίδει η Εκκλησία στην εικόνα, όχι σε οποιοδήποτε είδους απεικόνιση, αλλά στον εικονικό εκείνο τύπο που η ίδια η Εκκλησία επεξεργάστηκε και καθόρισε κατά τους αγώνες της εναντίον της ειδωλολατρίας, της εικονομαχίας και άλλων πλανών, τον τύπον που πλήρωσε με το αίμα μεγάλου αριθμού μαρτύρων και ομολογητών: τον ορθόδοξο τύπο.

Η σημασία των ιερών εικόνων για την Εκκλησία

Η Εκκλησία αποδίδει μεγάλη σημασία στην εικόνα. Γιατί η εικόνα δεν είναι μια απλή φωτογραφία, ένα πορτρέτο, δεν είναι μια απλή αναπαράσταση, ούτε διακόσμηση, ούτε εικαστική απόδοση της Αγίας Γραφής. Είναι λατρευτικό αντικείμενο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας. Η εικόνα είναι ένας τρόπος φανέρωσης της παράδοσης της εκκλησίας, ομοιόβαθμη με τη γραπτή και την προφορική παράδοση (Λ. Ουσπένσκη).
«Ό,τι ο λόγος μεταδίδει δια της ακοής, η ζωγραφική το αποδίδει σιωπηρώς με την παράσταση» (Μ. Βασίλειος). Και οι πατέρες της Ζ’ Οικουμεν. Συνόδου τονίζουν: «με τα δύο αυτά μέσα (λόγο και εικόνα), τα οποία αλληλοσυνοδεύονται…, λαμβάνομεν γνώσιν των ιδίων πραγματικοτήτων». Όπως κάποιοι άγιοι περιγράφουν τη Βασιλεία του θεού με λόγια, έτσι κάποιοι άλλοι κάνουν τις ίδιες περιγραφές με ορατές εικόνες, χρησιμοποιώντας σχήματα, γραμμές και χρώματα. Είναι η ίδια θεολογία που χρησιμοποιεί εικόνες αντί για λόγια. Αν ο λόγος και το άσμα της Εκκλησίας εξαγιάζουν την ψυχή μας με την αίσθηση της ακοής, η εικόνα την αγιάζει με τη σπουδαία αίσθηση της όρασης (Λ. Ουσπένσκη).
Η εικόνα, ως αναπόσπαστο τμήμα της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας, ευστόχως ονομάστηκε «θεολογία με ορατές παραστάσεις». Η εικόνα εμπνέεται από τη λατρεία και εκφράζει τη ζωή της Εκκλησίας, συνδέεται μ’ αυτή όπως τα κλαδιά με το δένδρο και σχηματίζει μ’ αυτή ένα ομοιογενές σύνολο.
Εικόνα και είδωλο
Το είδωλο διαφέρει από την εικόνα. Διότι είδωλο είναι η απεικόνιση ανύπαρκτου, ανυπόστατου και φανταστικού πράγματος (προσώπου ή φαινομένου) ενώ οι εικόνες όλων των αγίων της εκκλησίας αποτελούν απεικονίσεις πραγματικών ιστορικών προσώπων και γεγονότων, που είχαν άμεση σχέση προσωπικής κοινωνίας και αγιότητας με τον ένα αληθινό θεό. Τα αγάλματα και οι ανδριάντες είναι ξένα προς την Ορθόδοξη παράδο- ση και απαγορεύονται από τον όρο της Ζ’ Οικ. Συνόδου.

Η τιμή των εικόνων

Όταν προσκυνούμε τις άγιες εικόνες η τιμή δεν απευθύνεται στο υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένες, αλλά, όπως έγραψε ο Μ. Βασίλειος, «επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Προς τις εικόνες των αγίων προσφέρεται μόνο τιμητική προσκύνηση και όχι λατρεία. Τη λατρευτική προσκύνηση και την αληθινή λατρεία αποδίδουμε μόνο στον Τριαδικό θεό, τον οποίο απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός. Όμως, σύμφωνα με την Ορθόδοξη πίστη, και η ύλη αγιάζεται και παίρνει τη χάρη του Θεού (Τίμιος Σταυρός, νερό του Αγιασμού, λάδι του ευχελαίου κ.α.). Η θεία χάρη είναι εκείνη που κάνει τα ιερά λείψανα και τις άγιες εικόνες να θαυματουργούν. Γι’ αυτό πρέπει να ασπαζόμαστε τις άγιες εικόνες με ευλάβεια, καθαρή συνείδηση και αγνές αισθήσεις. Πρώτα προσκυνούμε το άγιο Ευαγγέλιο, έπειτα τον Τίμιο Σταυρό, κατόπιν την εικόνα του Χριστού, την εικόνα της Θεοτόκου και στη συνέχεια τις εικόνες των αγίων, σύμφωνα με τη δ’ πράξη της Ζ’ Οικουμ. Συνόδου.


Το βαθύτερο νόημα της Βυζαντινής αγιογραφίας

Η Βυζαντινή αγιογραφία είναι τέχνη αφιερωμένη στην υπηρεσία της Εκκλησίας, είναι τέχνη πνευματική. Δεν την ενδιαφέρει «το φυσικώς ωραίον», αλλά το σώμα ως «ναός του αγίου πνεύματος»!! Επιχειρεί να εκφράσει «το υπέρ φύσιν, υπέρ λόγον και έννοιαν στοιχείον των θεϊκών προσώπων» (Κ. Καλοκύρης). Οι άγιοι είναι «ουρανοπολίτες», έχουν υποστεί «την καλήν αλλοίωσιν από τη θεία χάρη, «ενεδύθησαν την αθανασίαν».

«Η καλή αλλοίωση είναι η κατά Χριστόν ωραιότης, αυτή που είναι για τους αμαρτωλούς αποκρουστική. Αυτή είναι η αυστηρότης που έχουν οι βυζαντινές εικόνες, γεμάτες από πραότητα, ταπεινότητα, εγκαρτέρηση και αγιότητα! Η αγιογραφία παριστάνει τους ανθρώπους «αναπλασθέντας εν τη αιωνιότητι». Ο αγιογράφος ζωγραφίζει με πνευματικό τρόπο, φωτισμένος από τη θεία χάρη. Γι’ αυτό νηστεύει και προσεύχεται και το έργο του είναι καρπός πνεύματος» (Φ. Κόντογλου).

Η εικόνα παριστάνει την πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού. Με άλλα λόγια παριστάνει με σύμβολα αυτόν τον ίδιο τον κόσμο των αισθήσεων και των συγκινήσεων, ελευθερωμένον από την αμαρτία, ανακαινισμένον εν Θεώ. (Λ. Ουσπένσκη).